Κάθε χρόνο τέτοια μέρα επανέρχεται ξανά και ξανά η ίδια κουραστική συζήτηση: Γιατί ο κόσμος δείχνει υπερβολικό ενδιαφέρον για ένα διαγωνισμό τραγουδιού με κατά τεκμήριο μέτρια καλλιτεχνική αξία; Γιατί οι άνθρωποι στην Ελλάδα και αλλού μαζεύονται στα σπίτια, παραγγέλνουν πίτσες και ξενυχτάνε μέχρι τις 2 το πρωί για να παρακολουθήσουν ένα «παρωχημένο» τηλεοπτικό προϊόν; Σε μια εποχή ακραίου κατακερματισμού της προσοχής, όπου ακόμη και τα μεγαλύτερα πολιτισμικά γεγονότα απευθύνονται τελικά σε επιμέρους κοινά, η αντοχή της μοιάζει σχεδόν παράδοξη. Και έτσι είναι. Και η μουσική ή η καλλιτεχνική αξία δεν έχουν καμία ιδιαίτερη σχέση μ’ αυτό. Το μυστικό της απήχησης της Eurovision βρίσκεται αλλού.
Στα χρόνια της επέλασης της ιδιωτικής και της συνδρομητικής τηλεόρασης, ο πανευρωπαϊκός διαγωνισμός τραγουδιού, που συμπληρώνει φέτος 70 χρόνια ζωής, παρέμεινε προσβάσιμος χωρίς συνδρομή, μακριά από τις πλατφόρμες της νέας εποχής. Mεταδίδεται ταυτόχρονα από τους δημόσιους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς της ηπείρου, δηλαδή μέσα από ένα μηχανισμό που εξακολουθεί να παράγει μια ελάχιστη αίσθηση «κοινού χώρου».
Η παράδοξη αντοχή ενός μάλλον παλιομοδίτικου διαγωνισμού οφείλεται στο γεγονός ότι εξακολουθεί να αποτελεί μια δημόσια εμπειρία.
Αυτός ήταν για δεκαετίες ο κανόνας και για το ποδόσφαιρο – ένας άλλος μηχανισμός παραγωγής μαζικών τηλεοπτικών θεαμάτων. Οι αγώνες των μεγάλων διασυλλογικών θεσμών της ΟΥΕΦΑ, όλοι οι τελικοί, όλα τα μεγάλα ντέρμπι ήταν μέχρι την αυγή του νέου αιώνα εμπειρίες σχεδόν καθολικές. Τις παρακολουθούσε «όλη η χώρα», ακόμα και αυτοί που δεν ήταν τόσο παθιασμένοι με τα σπορ. Αποτελούσαν κοινωνικά γεγονότα. Σήμερα, μεγάλο μέρος της ποδοσφαιρικής δράσης έχει μεταφερθεί αποκλειστικά σε συνδρομητικά οικοσυστήματα. Το κοινό προφανώς υπάρχει ακόμη, αλλά είναι κατακερματισμένο και κοινωνικά πιο συμπαγές. Η εμπειρία έπαψε να είναι αυτονόητα δημόσια.
Η Eurovision, αντίθετα, εξακολουθεί να λειτουργεί σαν ένας από τους τελευταίους δημόσιους «θεσμούς» τόσο σε εθνικό όσο και σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Μια βραδιά που φέρνει μαζί παιδιά και συνταξιούχους, φαν και haters, οικογένειες και παρέες, ανθρώπους, δηλαδή, που πιθανότατα δεν μοιράζονται καμία άλλη κοινή τηλεοπτική συνήθεια.
Και ίσως αυτό εξηγεί γιατί το ενδιαφέρον για τον διαγωνισμό είναι δυσανάλογα μεγαλύτερο σε σχέση με το ίδιο το καλλιτεχνικό προϊόν. Τα συχνά αλλόκοτα ή αδιάφορα τραγούδια είναι μόνο η αφορμή. Το μείζον είναι η συμμετοχή σε ένα κοινό τελετουργικό. Ετσι η Eurovision επιβίωσε όχι παρά τον «παλιομοδίτικο» χαρακτήρα της δημόσιας τηλεόρασης, αλλά εν μέρει χάρη σε αυτόν. Σε μια εποχή απόλυτης εξατομίκευσης αλγορίθμων και εμπειρίας, το να βλέπουν εκατομμύρια άνθρωποι το ίδιο πράγμα την ίδια στιγμή απέκτησε ξαφνικά μια πρωτόγνωρη δύναμη και αξία.
Καλή επιτυχία, Ελλάδα!

