
Δεν αρκεί ότι δύο δεκαεπτάχρονες πήδηξαν μαζί από την ταράτσα. Δεν αρκεί ότι έχασαν τη ζωή τους. Για ορισμένους, το δράμα από μόνο του δεν είναι αρκετά δραματικό. Πρέπει, λοιπόν, επιπροσθέτως, να διακινηθεί το σημείωμα αυτοκτονίας του ενός εκ των δύο κοριτσιών, ώστε η υπόθεση να αποκτήσει ευρύτερο πλαίσιο αφήγησης και να ικανοποιήσει την αδηφάγα όρεξη της «κοινής γνώμης» για αίμα. Πρέπει το γεγονός, από ατομική τραγωδία, να γίνει καύσιμο συλλογικών φαντασιώσεων. Μόλις έγιναν γνωστές περισσότερες πληροφορίες για τη ζωή και τη συναισθηματική κατάσταση της 17χρονης αυτόχειρος, η κουβέντα για το γεγονός έλαβε, όπως αναμενόταν, τροπή ηθικού πανικού και θεατρικής εξαλλοσύνης: «Τα παιδιά μας αυτοκτονούν!», «Αποτύχαμε ως κοινωνία!», «Οι πανελλαδικές εξετάσεις είναι έγκλημα!». Η ενήλικη υστερία φωτίζει με ειρωνικό τρόπο την απόγνωση των ανηλίκων.
Πρόβλημα και ερέθισμα
Η σχολική πίεση, οι μυθοποιημένες εξετάσεις, οι εφηβικές ορμόνες και το μεταίχμιο της ενηλικίωσης με όλα τα συμφραζόμενά του δεν είναι αιτίες αυτοκτονίας. Μπορούν, βέβαια, να γίνουν αφορμές. Η ιδέα, όμως, ότι η προστασία των ανηλίκων από απονενοημένες ενέργειες όπως εκείνη στην Ηλιούπολη έγκειται στη θωράκισή τους από οτιδήποτε δυσάρεστο ή ακόμη και προβληματικό (να καταργήσουμε τις εξετάσεις εισαγωγής στα πανεπιστήμια – το σύστημα πάσχει!) δεν προσφέρει κάτι παραγωγικό στους ανηλίκους, απλώς μετριάζει τις ενοχές και την αμηχανία των ενηλίκων. Στην πραγματικότητα, η αντιξοότητα θα βρει τα παιδιά αναπόφευκτα όπου κι αν βρίσκονται: στο σπίτι, στις παρέες, στις σχέσεις, στις δραστηριότητές τους και, φυσικά, στην ακαδημαϊκή τους σταδιοδρομία. Η ζωή είναι αδύνατον να αποστειρωθεί, ακόμη και στα πρώιμα στάδιά της. Αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να δούμε τι βρίσκεται πίσω από την πρωτοβουλία της αυτοβλάβης· να διακρίνουμε το πρόβλημα από το ερέθισμα.
Ψυχική υγεία ως ταμπού
Μας αρέσει να εξετάζουμε την ψυχική υγεία ως θεωρητικό θέμα, αλλά δεν την παίρνουμε στα σοβαρά ως υπαρκτή κατάσταση. Υπάρχουν παιδιά που νοσούν, χωρίς να το γνωρίζουν ούτε τα ίδια ούτε οι γονείς τους· υπάρχουν ανήλικοι που βαφτίζονται «υπερευαίσθητοι» και δέχονται ευφάνταστες συμβουλές όπως «ηρέμησε» ή «μην έχεις τόσο άγχος», ενώ πάσχουν από αδιάγνωστες ψυχικές ασθένειες, που θα μπορούσαν να είχαν αντιμετωπιστεί αν κάποιος τις είχε εντοπίσει εγκαίρως. Αλλά για να εντοπίσεις κάτι, πρέπει και να είσαι σε θέση να το κατονομάσεις. Πρέπει να είσαι πρόθυμος να παραδεχθείς ότι κάποιος διατρέχει κίνδυνο, προτού ο κίνδυνος αρχίσει να εκδηλώνεται υπό μορφή απειλητικού συμπτώματος. Η απελπισία δεν είναι ασύνηθες φαινόμενο μεταξύ των εφήβων, ούτε βέβαια και το στρεσογόνο περιβάλλον· δεν σκέφτονται όμως την αυτοκτονία όλοι οι απελπισμένοι. Οσο αγνοούμε την υφέρπουσα παθογένεια, τόσο θα συνεχίζει να μας αιφνιδιάζει το χειρότερο δυνατό αποτέλεσμά της, όταν επέρχεται ανεμπόδιστο.
Ρυθμιζόμενες παράμετροι
Οι Πανελλαδικές Εξετάσεις θα μπορούσαν να είναι μια ερωτική απογοήτευση· η ερωτική απογοήτευση θα μπορούσε να είναι ρήξη με τους γονείς· η ρήξη με τους γονείς θα μπορούσε να είναι ανασφάλεια σε σχέση με την εμφάνιση· η ανασφάλεια θα μπορούσε να είναι οικονομική δυσπραγία και αγωνία επιβίωσης. Είναι πολλά εκείνα που μπορούν να σπρώξουν στα άκρα το ευάλωτο άτομο, χωρίς όμως να είναι αίτια της ροπής του στα άκρα. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν είναι εφικτή η ανάταξη της ζωής των νέων που υποφέρουν σιωπηλά· δεν σημαίνει πως δεν είναι απαραίτητο να χαλιναγωγηθούν όλα όσα τούς βασανίζουν από εκείνους που έχουν θεσμικά και νομικά την ευθύνη τους. Σ’ αυτό το πλαίσιο, ναι, η σχολική εμπειρία στην Ελλάδα –τυραννική, ανέμπνευστη και αναποτελεσματική– πρέπει οπωσδήποτε να μεταρρυθμιστεί. Ενα σύστημα που αγνοεί τον μαθητή επί χρόνια και στο τελευταίο έτος της φοίτησής του απαιτεί από αυτόν να του αποδείξει σωρευτικά όλα του τα χαρίσματα, είναι παράλογο και ψυχοφθόρο. Αλλά αυτό δεν χρειαζόμασταν αυτοκτονίες 17χρονων για να το καταλάβουμε. Εξ ου και είναι υποκριτικό το μένος που ξεσήκωσε η αυτοκτονία εναντίον των Πανελλαδικών Εξετάσεων: αν μας ενδιέφερε να διορθωθεί το εκπαιδευτικό τοπίο, θα το είχαμε απαιτήσει.
Αυτόχειρες παρθένοι
Η διαχείριση της υπόθεσης στον δημόσιο λόγο απαιτεί μετριοπάθεια, όχι μόνο για ηθικούς λόγους αλλά και για πρακτικούς. Κάθε στομφώδης κουβέντα που συνδέει αιτιωδώς την αυτοκτονία με ένα πρακτικό πρόβλημα της καθημερινότητας, ρισκάρει την κανονικοποίησή της· «μεταφέρει» στους ευπαθείς και ειδικά στους νέους ότι η κίνηση των 17χρονων είναι μεν ακραία, αλλά και εύλογη ως απάντηση σε ένα πρόβλημα όμοιο με το δικό τους. Δημιουργεί τη σκιά ενός δυνητικού παραδείγματος. Υπάρχει, λοιπόν, ανάγκη για οικονομία λόγου. Στο αριστουργηματικό βιβλίο «The Virgin Suicides (Αυτόχειρες παρθένοι)» του Τζέφρυ Ευγενίδη, η περιγραφή της αυτοκτονίας των πέντε αδελφών Λίσμπον μοιάζει τόσο βασανιστικά πειστική, επειδή ο συγγραφέας αρνείται να μπει σε λεπτομέρειες αναφορικά με τις αιτίες της. Δεν δραματοποιεί, δεν ρομαντικοποιεί, δεν πλάθει σενάρια. Κανείς δεν ξέρει, άλλωστε, τι και γιατί συμβαίνει πίσω από κλειστές πόρτες. Από το να ισχυριστούμε κάτι αβάσιμο, είναι χρησιμότερο να σιωπήσουμε: συμβαίνει στη λογοτεχνία επειδή συμβαίνει στην πραγματική ζωή.

