Η Σίφνος είναι μόνο ένα παράδειγμα. Το νησί διαθέτει μία παιδίατρο. Μία. Υποθέτω και τα άλλα νησιά και παραθαλάσσια μέρη είναι εξίσου απροετοίμαστα για το καλοκαίρι. Γενικώς, η Ελλάδα διαθέτει εξαιρετικούς γιατρούς, αλλά τους έχει στο εξωτερικό. Δυσκολεύεται πάρα πολύ να τους κρατήσει εντός του εθνικού, δημόσιου συστήματος υγείας. Η επένδυση σε κάτι τέτοιο δεν ήταν προτεραιότητα!
Υπάρχουν φροντιστικές πόλεις. Πόλεις που σκέφτονται τη γυναίκα που έχει περίοδο, τους ανθρώπους με κινητικά προβλήματα ή τους επισκέπτες που αναρρώνουν. Μπορείς να τις καταλάβεις από τον τρόπο που φροντίζουν τα σημαντικά τοπόσημα να διαθέτουν ασφαλή χώρο για όσους θέλουν να πάρουν το χάπι τους, να ξαποστάσουν, να βάλουν τις σταγόνες τους ή να ανακτήσουν δυνάμεις. Δεν ξέρω εάν θα πρότεινα την Ελλάδα σε κάποιον ασθενή που θέλει να ταξιδέψει, γιατί, συχνά, τέτοιες μέριμνες λείπουν ή δεν έχουν αναβαθμιστεί, ώστε να ανταποκρίνονται στις αυξημένες ροές επισκεπτών.
Και τ’ ακρητικά μέρη, τα βουνά, η βαθιά επαρχία; Εκεί, νομίζω, πολλοί μεταβαίνουν με πίστη Θεού και χωρίς επίγνωση της κατάστασης του δημόσιου συστήματος υγείας της χώρας. Η αλήθεια είναι πως είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τέτοια εγκληματική αμέλεια, τέτοια έλλειψη φροντίδας. Οι γιατροί και οι νοσοκόμες μας είναι εξουθενωμένοι/εξουθενωμένες. Πρόκειται για ελαχιστότατα πρόσωπα που δεν επαρκούν ούτε καν για τους ντόπιους, πόσω μάλλον για τους τουρίστες που μπορεί να χρειαστούν βοήθεια!
Ο λόγος που δεν διαβάζουμε συνέχεια κάποια ανατριχιαστική είδηση είναι, μεταξύ άλλων, το αληθινό δόσιμο γιατρών και νοσοκόμων στο επάγγελμά τους και το υψηλό επίπεδο του εναπομείναντος ιατρικού προσωπικού της χώρας (η πρόσβαση στο οποίο απαιτεί, συχνά, τεράστιες ιδιωτικές δαπάνες). Οποτε επισκέπτομαι συγγενείς στην επαρχία τρέμω μην πάθω κάτι και χρειαστώ βοήθεια από το νοσοκομείο, που καταρρέει – το χρήμα ρέει στην περιοχή, αλλά μόνον προς «κτηνοτρόφους», καλλιεργητές μπανάνας και χειροκροτητές.
Αμέτρητοι άνθρωποι απ’ όλον τον κόσμο δεν βλέπουν στην υπονομευμένη υγεία τους λόγους να κλειστούν σπίτι. Πολλοί θέτουν άλλες προτεραιότητες μετά από μία άσχημη διάγνωση. Μια τέτοια μπορεί να είναι η εξερεύνηση κόσμου και εαυτού – μόλις το επιτρέψει η συνθήκη τους. Πολλοί σχεδιάζουν να περάσουν τη σύνταξή τους ταξιδεύοντας. Σε φόρουμ τουριστών με αναπηρία συγκινούμαι όταν διαβάζω «πάντα ονειρευόμουν να δω την Ακρόπολη» ή «να πάω Αθήνα να δω θέατρο». Συγκινούμαι όταν βλέπω ανθρώπους με κινητική δυσκολία να προσέρχονται στην Επίδαυρο. Δεν τους φροντίζουμε όσο πρέπει.
Δεν είχα σκεφτεί ότι κάποια από τα αγαπημένα μου μπαρ φέρνουν σ’ αμηχανία φίλους άνω των 60, γιατί για να φτάσεις στην τουαλέτα πρέπει να περάσεις από μία δυσοίωνη, στριφογυριστή σκάλα. Δεν είχα σκεφτεί πως τα σκαλάκια που οδηγούν σε ήσυχα αθηναϊκά καφέ είναι πηγές δυσκολίας για φίλες με μυοσκελετικούς πόνους. Εάν δεν ήμουν αγοραφοβική και αγχώδης, δεν θα είχα παρατηρήσει την απουσία φωτισμού, εύκολης εξόδου και τήρησης των κανονισμών ασφαλείας σε αμέτρητους χώρους τέχνης και διασκέδασης στην Ελλάδα. Και όσο πατώ γερά στα πόδια μου, δεν θίγομαι όταν η φωνή στο μετρό λέει πως κάποιος ανελκυστήρας είναι πάλι εκτός λειτουργίας!
Ωσπου να γεμίσουν μπαρ, παραλίες και θέατρα ανθρώπους με αναπηρίες που απολαμβάνουν τη ζωή, θα πρέπει να γράφω το προφανές: δεν είναι υποχρεωτικό να μένεις σπίτι επειδή αρρώστησες, πενθείς, κάνεις θεραπείες, γέρασες ή χειρουργήθηκες. Η απουσία περισσότερων επιλογών είναι αποτέλεσμα ελλιπούς σχεδιασμού και ανεπαρκούς δημόσιας επένδυσης στα πιο σημαντικά. Η συνθήκη αυτή δεν έχει καμία σχέση με το προφίλ του πληθυσμού της χώρας. Το πρόβλημα είναι, φυσικά, ξεπερασμένο σε αμέτρητα άλλα μέρη της Ευρώπης – ακόμα και στις μικρές πόλεις.

