Σε πρόσφατη επίσκεψή μου στο βιβλιοπωλείο της Εστίας, στην οδό Διδότου, αγόρασα το «Σ’ ένα Γυμνάσιο Θηλέων» της Κατίνας Παπά (1903-1957). Είναι ένας παλιός τίτλος, ο υπ’ αριθμόν 120 τόμος της θαυμαστής σειράς Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, που εγκαινιάστηκε το 1956, μέσα στους κόλπους της ιστορικής, από το 1881, Εστίας. Το παλιό αντίτυπο που είχα διαβάσει στην εφηβεία μου κάπου είχε χαθεί, το καινούργιο το ξαναδιάβασα με βουλιμία και με την πρόσθετη ικανοποίηση της σύγκρισης τού τότε με το τώρα, του τότε βλέμματος με το σημερινό.
Ευτυχής ήταν η συγκυρία που, λίγες ημέρες αφότου είχα ξαναδιαβάσει την Κατίνα Παπά, παρακολούθησα μια θαυμάσια συζήτηση στη σειρά των vidcast της Athens Voice, ανάμεσα στην ποιήτρια και μεταφράστρια Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη και στην εκδότρια της Εστίας, Εύα Καραϊτίδη. Μπορεί η αφετηρία της συζήτησης να ήταν η μακρά παράδοση του εκδοτικού οίκου και η διαδρομή μέσα στον χρόνο, οι συγγραφείς και τα εκδοτικά ήθη, αλλά επί της ουσίας η συζήτηση εξελίχθηκε πάνω σε θέματα διαχρονικά, όπως η επαφή μας με τη βασική λογοτεχνική παιδεία, η λειτουργία των λογοτεχνικών περιοδικών όπως η «Νέα Εστία», η σχέση μας με τη γλώσσα, η δυνατότητά μας να διαβάζουμε λογοτεχνία ώστε να μπορούμε να γράφουμε λογοτεχνία.
Η Εύα Καραϊτίδη, συνεχίζοντας την οικογενειακή παράδοση της Εστίας, με τη δυτική παιδεία που έλαβε οικογενειακώς, με τη διαρκή επαφή της με τόσους συγγραφείς, καθιερωμένους ή επίδοξους, Ελληνες και ξένους, από τον Καραγάτση ώς τον Ουελμπέκ, επισήμανε πόσο σημαντικό είναι να διαβάζουμε την παλιά ελληνική λογοτεχνία, του 19ου αλλά και του 20ού αιώνα, ώστε να υπάρχει μια εδραιωμένη σχέση με τα κείμενα, τη γλώσσα στη διαχρονία της, τις μορφές που έφτιαξαν το λογοτεχνικό τοπίο.
Η σειρά «εκλεκτών έργων» της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας της Εστίας είναι το βασικό σημείο αναφοράς. Παλαιότερα, η ανάγνωση αυτών των τόμων, με όλη τη γενιά του ’30 στον κατάλογο και πλήθος ακόμη άλλων συγγραφέων, ήταν η πύλη κάθε στοιχειωδώς καλλιεργημένου ανθρώπου.
Θυμήθηκα την Κατίνα Παπά, όμως η Εύα Καραϊτίδη με έκανε να σκεφτώ τόσους ακόμη, που λίγοι πλέον διαβάζουν ή θυμούνται. Στη συζήτηση αναφέρθηκε η περίπτωση του Τάσου Αθανασιάδη. Ολοι ξέρουν τους «Πανθέους», αλλά πόσοι τον διαβάζουν; Πόσοι έρχονται σε επαφή με τα ελληνικά του, με τα ελληνικά του Ηλία Βενέζη, του Στράτη Μυριβήλη, της Λιλίκας Νάκου, του Θανάση Πετσάλη-Διομήδη;

