Το πολιτικό τοπίο βρίσκεται υπό αναδιαμόρφωση και αυτό είναι απολύτως ορατό και σαφές. Η ηγεμονία της Ν.Δ. των τελευταίων επτά ετών υποχωρεί, όπως είναι ιστορικά φυσιολογικό για κάθε ελληνική κυβέρνηση που έχει επικρατήσει σε τουλάχιστον δύο εθνικές εκλογές. Κάτω από τη Ν.Δ. (με βάση τις δημοσκοπήσεις) καταγράφεται ένας συνωστισμός κομμάτων που κινούνται σε ποσοστά περί το 10%, με τις πραγματικές εκτιμήσεις να είναι οριακές και επικίνδυνες, καθώς κάποιοι προσωποπαγείς σχηματισμοί παραμένουν ακόμη στο φάσμα του «θεωρητικού». Μέχρι τον Οκτώβριο, οπότε είναι πιθανό να γίνουν εκλογές με βάση τα σημερινά δεδομένα ή πολύ περισσότερο στο τέλος της τετραετίας, μπορεί να γίνουν πολλά. Ο πολιτικός χρόνος ισοδυναμεί με περίοδο πολύ μεγαλύτερη των λίγων μηνών που μεσολαβούν έως τότε.
Κυρίως διότι το παιχνίδι δεν ελέγχεται στο εσωτερικό. Η Ελλάδα φυσικά παραμένει μια ιδιαίτερα ρηχή οικονομία περιορισμένων δυνατοτήτων, με την κατανάλωση, τον τουρισμό και τις (χαμηλού επιπέδου) υπηρεσίες να τροφοδοτούν την ανάπτυξη. Σε μια περίσταση παγκόσμιας αναταραχής, ένα βαρύ σκαρί είναι πολύ πιθανότερο να τα καταφέρει αποτελεσματικότερα από ένα μικρό σκάφος.
Δεδομένου ότι η «κάνουλα» ευρωπαϊκών πόρων από το Ταμείο Ανάκαμψης σύντομα στερεύει και η συζήτηση για πιο δραστικά μέτρα (π.χ. κοινός δανεισμός) καθυστερεί, η δυνατότητα κρατικής παρέμβασης θα γίνεται ολοένα και πιο δύσκολη. Η κυβέρνηση δεν θα μπορεί να κάνει ad hoc παροχές, ενώ αν το καλοκαίρι δεν πάει καλά, θα υπάρξει και συζήτηση για το κατά πόσον μπορεί να εκτελεστεί επαρκώς ο προϋπολογισμός.
Οπως είναι απολύτως φυσιολογικό και αναμενόμενο, η κυβέρνηση θα επικαλεστεί τη διεθνή συγκυρία και την αναταραχή της, για να διεκδικήσει την ψήφο των πολιτών ως «υπεύθυνη» δύναμη, σε αντίθεση με την αντιπολίτευση που «λαϊκίζει», μας βάζει σε κινδύνους και ούτω καθεξής.
Το πραγματικό ερώτημα είναι όμως άλλο: Μπορεί η Ελλάδα να σταθεί μόνη της, αν χρειαστεί, σε περίπτωση που προκύψει το χειρότερο δυνατό σενάριο; Οι απαντήσεις δεν είναι εύκολες, κυρίως διότι δεν αρκεί ένα «ναι» ή ένα «όχι». Και το ερώτημα δεν αφορά μόνο το πολιτικό σύστημα. Αφορά και τους πολίτες. Ιδιαιτέρως εκείνους που θεωρούν ότι, σπρώχνοντας το πρόβλημα στο μέλλον, κάτι καταφέρνουν. Ναι, όντως καταφέρνουν κάτι: να υποθηκεύουν εις το διηνεκές το ήδη δύσκολο μέλλον των παιδιών και των εγγονιών τους.

