«Πρόσφατα σχολιάσατε, κ. πρόεδρε, ότι εάν δεν υπήρχαν οι ΗΠΑ, οι ευρωπαϊκές χώρες θα μιλούσαν γερμανικά. Τολμώ να πω ότι αν δεν ήμασταν εμείς, εσείς θα μιλούσατε γαλλικά». Η ειρωνική πρόποση – απάντηση του βασιλιά Καρόλου στον πρόεδρο Τραμπ κατά τη διάρκεια του επίσημου δείπνου στον Λευκό Οίκο ήταν η καλύτερη στιγμή της επίσκεψης του Βρετανού μονάρχη στην Ουάσιγκτον.
Μία πολύ ενδιαφέρουσα στιγμή στην κατά τ’ άλλα καταθλιπτική ειδησεογραφία των τελευταίων εβδομάδων, η οποία κυριαρχείται διεθνώς από την αδυναμία εξεύρεσης διεξόδου στον πιο αχρείαστο πόλεμο των τελευταίων χρόνων στο Ιράν, και στα δικά μας από την ντροπιαστική για την Ελλάδα συνεχιζόμενη παντοδυναμία του πελατειακού κράτους.
Νομίζω πως ο έξυπνος τρόπος με τον οποίο ο βασιλιάς Κάρολος με μεγάλη επιδεξιότητα, με δηκτικές ιστορίες, λεπτό χιούμορ και σφοδρή κριτική πίσω από τις γραμμές, απάντησε στις χοντράδες που έχει κατά καιρούς εκστομίσει ο ακαλλιέργητος πλανητάρχης για το ΝΑΤΟ, την Ευρώπη, την κλιματική αλλαγή και τη Βρετανία θα πρέπει να διδάσκεται στις διπλωματικές σχολές όλου του κόσμου.
Ο Βρετανός μονάρχης με περιπαικτικό βλέμμα και με το ένα χέρι στην τσέπη του σακακιού του έφτασε να «καρφώνει» τον πρόεδρο Τραμπ για τις αυθαιρεσίες των αμερικανικών διωκτικών αρχών (ICE), υπενθυμίζοντας την Magna Carta, τις δημοκρατικές παραδόσεις σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τις δικλίδες ασφαλείας που υπάρχουν ώστε να ελέγχουν την ανεξέλεγκτη κρατική εξουσία.
Τέτοιος ήταν ο ενθουσιασμός των μελών του Κογκρέσου ώστε η «παράσταση» διακόπηκε 12 φορές, με τους Δημοκρατικούς και Ρεπουμπλικανούς εκπροσώπους να χειροκροτούν όρθιοι γελώντας και σχολιάζοντας δυνατά.
Δυστυχώς, μετά το ρεσιτάλ του Καρόλου, η προσγείωση στην ελληνική πολιτική πραγματικότητα είναι στενάχωρη. Με την πρωτοφανή τοξικότητα της αντιπαράθεσης των κομμάτων, τους δεκάρικους της Βουλής για τις εντυπώσεις και την αδυναμία των κομματικών σχηματισμών να διαχειριστούν με κάποια κοσμιότητα τις αντιθέσεις τους και να συμφωνήσουν σε ζητήματα που έχουν λυθεί εδώ και δεκαετίες σε όλες τις σοβαρές δημοκρατίες της Ευρώπης.
Τα παραδείγματα της πολιτικής υποκρισίας και της καταπάτησης των θεσμών, πολλαπλά. Η κυβέρνηση διαρρηγνύει τα ιμάτιά της ότι δεν έχει σχέση με υποκλοπές και παράνομα λογισμικά και κανείς από τους υπουργούς της που παρακολουθούνταν δεν τηρεί ούτε τα προσχήματα να στραφεί κατά αυτών που τους παρακολουθούσαν για να βγουν στο φως οι αιτίες και οι εντολείς τους.
Η αντιπολίτευση, από την πλευρά της, αντιδρά σαν να έπεσε στη χώρα με αλεξίπτωτο. Σαν να μην είχαν γίνει ποτέ στην Ελλάδα παρακολουθήσεις από προηγούμενες κυβερνήσεις και σαν να μην κυκλοφορούσαν ευρέως κασέτες και απομαγνητοφωνήσεις υπουργών στη διάθεση των πρώην πρωθυπουργών, σαν να μην έμπαιναν καθημερινά στελέχη της ΚΥΠ στα κυβερνητικά γραφεία.
Παράλληλα, η κυβέρνηση τάσσεται, υποτίθεται, υπέρ της διερεύνησης κάθε σκανδάλου, αλλά αρνείται τη δημιουργία οποιουδήποτε σκοπού ερευνητικής επιτροπής στη Βουλή –επιστρατεύει ακόμη και επιστολικές ψήφους για να ελέγξει το αποτέλεσμα των ψηφοφοριών–, ενώ ο πρωθυπουργός δεσμεύεται ότι όποιος από τους σημερινούς βουλευτές επιθυμεί θα έχει θέση στα ψηφοδέλτια της Ν.Δ.
Λες και δεν είναι γνωστό ότι βουλευτές και υπουργοί της κυβέρνησης έχουν παίξει πρωταρχικό ρόλο στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ με εκατομμύρια ευρώ που μοιράστηκαν στους «γαλάζιους» αγροκτηνοτρόφους της Κρήτης εις βάρος όλων των υπολοίπων.
Δίκιο έχει η αντιπολίτευση να στηλιτεύει την υποκρισία των κυβερνητικών, αλλά δεν πρέπει να ξεχνά ότι εκείνοι ήσαν οι πρώτοι διδάξαντες της κλοπής των ευρωπαϊκών επιδοτήσεων, με τους χρυσοφόρους συνεταιρισμούς που έπεσαν έξω, τα τρακτέρ Λαμποργκίνι και τα νυχτερινά κέντρα που δούλευαν μέχρι πρωίας στις αγροτικές περιοχές.
Η κυβέρνηση κουνάει το δάχτυλο στην αντιπολίτευση ότι υποσκάπτει τους θεσμούς όσον αφορά τις Ανεξάρτητες Αρχές, όταν η ίδια ψήφισε Πρόεδρο της Δημοκρατίας με 151 ψήφους ενώ υποσχόταν ότι θα επιλεγεί ανώτατος άρχοντας ευρύτερης αποδοχής.
Η αντιπολίτευση δεν πρέπει όμως να ξεχνά ότι η καταπάτηση των θεσμών δεν γεννήθηκε το 2019. Αντιθεσμικές παρεμβάσεις υπήρξαν ασφαλώς και τις δεκαετίες του ’80 και του ’90, με αποκορύφωμα την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας το 1985, στην οποία χρησιμοποιήθηκαν «χρωματιστά ψηφοδέλτια» που παραβίαζαν τη μυστικότητα της ψήφου.
Αν κυβέρνηση και αντιπολίτευση δεν αναγνωρίσουν τα λάθη τους και τους σκελετούς που έχουν στις ντουλάπες τους και δεν βρουν κοινή γλώσσα συνεννόησης, η χώρα θα πηγαίνει δυο βήματα μπροστά κι ένα πίσω. Κι ολοένα μεγαλύτερο ποσοστό της κοινής γνώμης θα γυρίζει την πλάτη στην πολιτική.

