Η έκκληση του Μαρκ Κάρνεϊ για μια εποχή μεσαίων δυνάμεων στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ φέτος έχει φέρει τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες σε δύσκολη θέση. Για τον Καναδά, η ετικέτα «μεσαία δύναμη» έχει νόημα. Αλλά για την Ευρωπαϊκή Ενωση (Ε.Ε.) αυτό δημιουργεί σύγχυση, αν όχι αμηχανία. Η Γαλλία, η Γερμανία ή η Ιταλία μπορεί από μόνες τους να εμπίπτουν στην κατηγορία των μεσαίων δυνάμεων, αλλά η Ε.Ε. από κοινού έχει σίγουρα το βάρος μιας μεγάλης δύναμης. Ωστόσο, εξακολουθεί να συμπεριφέρεται σαν ένας συνασπισμός ασυντόνιστων μεσαίων κρατών, στον οποίο το σύνολο καταλήγει να είναι μικρότερο από το άθροισμα των μερών του.
Με οποιοδήποτε οικονομικό μέτρο χρησιμοποιήσει κανείς, η Ε.Ε. είναι κάτι περισσότερο από μια μεσαία δύναμη. Η Ε.Ε. είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός συνασπισμός στον κόσμο, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 16% των παγκόσμιων εισαγωγών και εξαγωγών, και η τρίτη μεγαλύτερη οικονομία. Το ευρώ παραμένει το δεύτερο σημαντικότερο νόμισμα στον κόσμο, με μερίδιο περίπου 19% βάσει δεικτών διεθνούς χρήσης. Μια πολιτική οντότητα με τόσο μεγάλη αγορά, ουσιαστική εμβέλεια του νομίσματός της και τεράστια εμβέλεια νομοθετήσεως δεν είναι απλώς ένας παίκτης που παλινδρομείται μεταξύ Ουάσιγκτον και Πεκίνου. Η αδυναμία της Ευρώπης δεν είναι το μέγεθός της. Είναι η ανικανότητά της να μετατρέψει το μέγεθος σε κλίμακα.
Αυτή η αποτυχία είναι θεσμική. Η Ε.Ε. δεν είναι κράτος και στα πιο ευαίσθητα ζητήματα, είτε πρόκειται για οικονομικά, είτε για εξωτερική πολιτική, είτε για εσωτερικές υποθέσεις, το Συμβούλιο της Ε.Ε. εξακολουθεί να βασίζεται στην ομοφωνία. Ετσι, κάθε χώρα μπορεί να πατάει φρένο, αποτρέποντας μια απόφαση, όπως έκανε η Ουγγαρία, μέχρι πρότινος, με το βέτο της στο δάνειο των 90 δισ. προς την Ουκρανία. Η κάθε πρωτεύουσα μπορεί απλώς να αποφασίζει μόνη της για θέματα εξωτερικής πολιτικής, όπως στην πρόσφατη διάσπαση σχετικά με τη στάση για τον πόλεμο στο Ιράν. Κάθε χώρα έχει τις δικές της, λεπτές γεωπολιτικές ευαισθησίες να διαχειριστεί και ως εκ τούτου δεν επιθυμεί να αποποιηθεί τον έλεγχο θεμάτων άμυνας και ασφάλειας. Αλλά χωρίς να παραιτείται από ένα έστω και μικρό βαθμό εθνικής κυριαρχίας, τουλάχιστον περιστασιακά, είναι δύσκολο η Ε.Ε. να μπορεί να μιλάει ομόφωνα στην παγκόσμια σκηνή, που είναι προϋπόθεση για την άσκηση εξουσίας.
Το ζητούμενο δεν είναι η Ε.Ε. να γίνει υπερδύναμη. Το ζητούμενο είναι η απόκτηση επαρκούς στρατιωτικής, βιομηχανικής και οικονομικής συνοχής για την υπεράσπιση της επικράτειάς της, την προστασία κρίσιμων αλυσίδων εφοδιασμού και την αντίσταση στον οικονομικό εξαναγκασμό.
Γνωρίζουμε τι πρέπει να κάνουμε. Πρώτον, η οικονομική ασφάλεια είναι πλέον η άμεση προτεραιότητα. Η έκθεση του Μάριο Ντράγκι καλύπτει όλα αυτά που πρέπει να γίνουν για να δημιουργηθεί μια τόσο αναγκαία αύξηση της παραγωγικότητας και της κλίμακας. Η αναζήτηση οικονομικής ασφάλειας πρέπει να καθοδηγεί τόσο την προτεραιότητα μεταρρυθμίσεων, όσο και την κατανόηση των απαραίτητων συμβιβασμών προκειμένου να αυξηθεί η ανθεκτικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας. Η περαιτέρω ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς είναι ζωτικής σημασίας για τη μείωση των κρίσιμων και δυσάρεστων εξαρτήσεων που καθιστούν την Ε.Ε. ευάλωτη στον οικονομικό εξαναγκασμό.
Χωρίς να παραιτείται από ένα έστω και μικρό βαθμό εθνικής κυριαρχίας, είναι δύσκολο η Ευρωπαϊκή Ενωση να μπορεί να μιλάει ομόφωνα στην παγκόσμια σκηνή, που είναι προϋπόθεση για την άσκηση εξουσίας.
Δεύτερον, οι δαπάνες για την άμυνα δεν πρέπει να είναι απλώς περισσότερες, αλλά να γίνονται περισσότερο από κοινού: οι κοινές προμήθειες, η κοινή αεράμυνα, η στρατιωτική κινητικότητα και η βιομηχανική ενοποίηση έχουν μεγαλύτερη σημασία από έναν ακόμη γύρο εθνικού εξοπλισμού.
Τρίτον, η αντιμετώπιση της διεύρυνσης ως στρατηγικής πολιτικής. Η δέσμη μέτρων της Επιτροπής για τη διεύρυνση του 2025 την αποκαλεί ρητώς «πολιτική και γεωστρατηγική επιταγή». Μια ήπειρος που αφήνει τη γειτονιά της σε μια γκρίζα ζώνη δεν πρέπει να εκπλήσσεται όταν αντίπαλοι τη διεκδικούν.
Η Ευρώπη δεν θα γίνει μια ενιαία στρατιωτική υπερδύναμη, ούτε θα πρέπει να είναι αυτή η φιλοδοξία της. Η σφαίρα επιρροής της είναι στενότερη, αλλά εξακολουθεί να είναι ισχυρή: η ευρωπαϊκή ήπειρος, η ανατολική γειτονία, η Μεσόγειος, ο εμπορικός και χρηματοπιστωτικός χώρος που συνδέεται με την ενιαία αγορά και οι συνασπισμοί που μπορεί να οικοδομήσει με άλλες προηγμένες δημοκρατίες. Αυτό είναι αρκετό. Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν η Ευρώπη είναι αρκετά μεγάλη, αλλά αν είναι σωστά οργανωμένη.
*Η κ. Μαρία Δεμερτζή είναι καθηγήτρια Οικονομικής Πολιτικής στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο της Φλωρεντίας.

