Στρατιωτική υπεροχή, γεωπολιτική αποτυχία

3' 44" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Το τέλμα στις διαπραγματεύσεις Ηνωμένων Πολιτειών – Ιράν παρέμενε μέχρι την ώρα που ολοκληρωνόταν το άρθρο. Οι δύο πλευρές θεωρούν εξίσου ότι έχουν το πάνω χέρι, άρα και λιγότερους λόγους να συμβιβαστούν, ωστόσο η επιστροφή στον πόλεμο δεν είναι η πρώτη επιλογή τους. Ειδικότερα στην περίπτωση των ΗΠΑ, εβδομήντα μέρες μετά την έναρξη των επιχειρήσεων και ένα μήνα αφότου συμφωνήθηκε η κατάπαυση του πυρός, είναι θετικός ο απολογισμός; Eχουν χρησιμοποιήσει ορθά το διπλωματικό και στρατιωτικό τους κεφάλαιο, αλλά και τους πόρους που έχει στη διάθεσή της η ηγεσία τους;

Ο πρόεδρος Τραμπ, ο οποίος θέλει να δείχνει αντισυμβατικός, έχει χειριστεί σε μεγάλο βαθμό ερασιτεχνικά το ζήτημα. Η υπερσυγκέντρωση δυνάμεων για να πιεστεί η Τεχεράνη στις διαπραγματεύσεις πριν από την 28η Φεβρουαρίου, ταυτόχρονα δημιουργούσε στον ίδιο μία υποχρέωση (τρόπον τινά εγκλωβίζοντάς τον) να δράσει στρατιωτικά, αν δεν επιτυγχανόταν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Δεν συνεκτίμησε το ενδεχόμενο ένα καθεστώς που έδινε μάχη επιβίωσης να χρησιμοποιούσε όλα τα διαθέσιμα ασύμμετρα εργαλεία για να αντιμετωπίσει τις επιθέσεις. Eτσι, η Τεχεράνη εν τοις πράγμασι απέκτησε βέτο για την τύχη του Ορμούζ και προκάλεσε ρήγματα στους γείτονές της, αλλά και στη σχέση ορισμένων εξ αυτών με τις ΗΠΑ. Ο Τραμπ δεν απευθύνθηκε στον αμερικανικό λαό με επίσημο τρόπο μέσω διαγγέλματος για να του εξηγήσει τους λόγους της απόφασής του να επιτεθεί, αδιαφορώντας για την εσωτερική νομιμοποίηση. Δεν ζητήθηκε η έγκριση του Κογκρέσου, με αποτέλεσμα ο πόλεμος να είναι εξαρχής αντιδημοφιλής στο εσωτερικό και πλέον με την αύξηση των τιμών του πετρελαίου να αποτελεί πληγή για τον ίδιο (63% των Αμερικανών τον θεωρούν υπαίτιο). Δεν δημιούργησε μία ικανή ομάδα να διεξάγει τις διαπραγματεύσεις, αφήνοντας εκτός έμπειρα στελέχη και ειδικούς που δεν είναι της απολύτου αρεσκείας του, ενώ οι Ρούμπιο – Βανς κράτησαν εξαρχής αποστάσεις ασφαλείας. Δεν προηγήθηκε καμία διαβούλευση με τους συμμάχους των ΗΠΑ και έτσι όταν χρειάστηκε αυτοί δεν στήριξαν την Ουάσιγκτον, σε κάποιες περιπτώσεις δεν της παρείχαν διευκολύνσεις στις επιχειρήσεις της ή και στους σχεδιασμούς της (χαρακτηριστικό το μπλοκάρισμα, έστω και για λίγες μέρες, της επιχείρησης «Ελευθερία» από τη Σαουδική Αραβία). Η αδυναμία της αμερικανικής ηγεσίας να συμπήξει κοινό και ενιαίο μέτωπο εις βάρος του Ιράν, με τον Τραμπ να υποτιμά δημόσια τον Βρετανό πρωθυπουργό, να επιτίθεται στην Ιταλίδα πρωθυπουργό και να χαρακτηρίζει το ΝΑΤΟ χάρτινη τίγρη, έστρεφαν συχνά τους προβολείς στις διαιρέσεις που διαπερνούν το δυτικό στρατόπεδο και κατά κάποιον τρόπο αφαιρούσαν τη διπλωματική πίεση από το Ιράν, το οποίο προϊόντος του χρόνου έβρισκε ανοιχτά και πρακτικά (σε μορφή παροχής κρίσιμων πληροφοριών για τις θέσεις αμερικανικών δυνάμεων) υποστήριξη αλλά και προμηθευόταν αμυντικά συστήματα κρίσιμα για να εξακολουθεί να είναι αξιόμαχο. Μάλιστα, η άρση των κυρώσεων για το ρωσικό πετρέλαιο, εκτός από επιπλέον κεφάλαια έδωσε και μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση στη Μόσχα και μία σχετική άνεση να συνδράμει σχεδόν απρόσκοπτα το Ιράν. Η δε ανάγκη του Τραμπ να συναντηθεί την ερχόμενη εβδομάδα με τον Κινέζο ομόλογό του, χωρίς το Ιράν να αποτελεί «αγκάθι» στις συνομιλίες τους, κάτι που θα αφαιρούσε διαπραγματευτική ισχύ από την Ουάσιγκτον, προσέφερε (και) στο Πεκίνο τη δυνατότητα μεγαλύτερων ελιγμών στο ιρανικό ζήτημα αλλά και το ισχυροποίησε, καθότι αρκετές φορές ζητήθηκε η συνεισφορά του στην εξεύρεση λύσης με το Ιράν.

Πολλές φορές φαίνεται σαν οι Ηνωμένες Πολιτείες να μη γνωρίζουν ακριβώς τα χαρακτηριστικά και τη φύση του καθεστώτος στην Τεχεράνη, το οποίο διακατέχεται από ιδεοληπτικές αγκυλώσεις, με εμποτισμένο το μίσος του για Αμερικανούς και Ισραηλινούς, αλλά και βαθιά ριζωμένη τη δυσπιστία του απέναντι στις προθέσεις της Ουάσιγκτον. Eνα καθεστώς που αδιαφορεί πλήρως και δεν λογοδοτεί στους συμπατριώτες του. Αυτό του δίνει ένα πλεονέκτημα να αντιστρέφει την πίεση που του ασκείται και είναι διατεθειμένο να απορροφήσει τις καταστροφικές συνέπειες για την οικονομία της χώρας, στον βαθμό που ο πόνος που προκαλείται στην παγκόσμια οικονομία είναι σχεδόν ανάλογος.

Προσώρας, η συντριπτική οικονομική και στρατιωτική υπεροχή των ΗΠΑ δεν έχει αποδώσει καρπούς. Το καθεστώς παραμένει στη θέση του και παραμένει απειλή για την περιφερειακή ασφάλεια. Πίεση ασκείται και στα δύο στρατόπεδα και η Ουάσιγκτον δεν είναι απρόσβλητη. Οι όροι της συμφωνίας – πλαίσιο δεν είναι πολύ διαφορετικοί και ευνοϊκότεροι από το 2015 ή την 27η Φεβρουαρίου, οριστική και πλήρης συμφωνία δεν προβλέπεται σύντομα, ενώ αρκετοί εκ των εταίρων των ΗΠΑ έχουν αποξενωθεί και επιχειρούν να αναθεωρήσουν και να θέσουν όρια στη σχέση μαζί τους. Επίσης, η ρήξη ανάμεσα στους περιφερειακούς εταίρους της Ουάσιγκτον στη Μέση Ανατολή δυσκολεύει την απεμπλοκή της και τις προσπάθειες αποκατάστασης της περιφερειακής τάξης. Συνεπώς, αυτή τη στιγμή μόνο θετικός δεν είναι ο απολογισμός για την αμερικανική ηγεσία.

*O κ. Κωνσταντίνος Φίλης είναι διευθυντής του Ινστιτούτου Διεθνών Υποθέσεων (IGA), καθηγητής του Αμερικανικού Κολλεγίου Ελλάδος.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT