Οσο καλοπροαίρετος κι αν είναι κανείς, η υπόθεση δεν μπορεί να μην τον βάλει σε υποψίες. Από γκαλά για την οικονομική ενίσχυση του Ινστιτούτου Κοστουμιών του Μητροπολιτικού Μουσείου Τέχνης στη Νέα Υόρκη, το περίφημο Met Gala μετατράπηκε με το πέρας των ετών σε κοσμική σύναξη πολυτελείας, με άξονα μάλλον τον ναρκισσισμό των διάσημων καλεσμένων, παρά τη μέριμνα για την τέχνη. Για τη μεταμόρφωση αυτή υπάρχει ένα consensus: αναγκαίο κακό· όσο περισσότεροι οι σελέμπριτι, τόσο περισσότερα τα χρήματα για το μουσείο. Είναι θέμα βιωσιμότητας. Η πρόσφατη όμως οικονομική εμπλοκή του δισεκατομμυριούχου Τζεφ Μπέζος και της συζύγου του Λόρεν Σάντσεζ στη διοργάνωση του Met Gala δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί φυσική εξέλιξη της «λογιστικής» ανάπτυξης ενός πολιτιστικού θεσμού. Φυσικά, το πρόβλημα δεν είναι αισθητικής φύσης· δεν είναι τα νεοαποκτηθέντα μπράτσα του Μπέζος και ο χυμώδης νεοπλουτισμός της συζύγου ο λόγος που τόσοι και τόσες ξεσηκώθηκαν εναντίον της φετινής διοργάνωσης. Το ζήτημα είναι πολιτικό: τι σημαίνει η είσοδος ενός από τους πλουσιότερους ανθρώπους του κόσμου στον χώρο της τέχνης και της υψηλής μόδας; Αν ο Μπέζος ήθελε να ενισχύσει τον πολιτισμό, θα μπορούσε να το κάνει και ανώνυμα ή, τέλος πάντων, χωρίς να αναμειχθεί προσωπικά στα του Met Gala. Εδώ όμως η προβολή ήταν το ζητούμενο. Ως βασικός χορηγός μιας εκδήλωσης μαζικού ενδιαφέροντος αλλά περιορισμένης πρόσβασης, ο Τζεφ Μπέζος δηλώνει υπόρρητα κάτι σαφές: το αγόρασα κι αυτό· τα πάντα μπορώ να αγοράσω.
Η στρατηγική
Η «εισβολή» του ζεύγους στο Met Gala δεν μπορεί να ιδωθεί ανεξάρτητα από τις καλές σχέσεις του Μπέζος με τον Ντόναλντ Τραμπ, τις καταγγελίες για τις θλιβερές συνθήκες εργασίας που επικρατούν σε κάποιες από τις επιχειρήσεις του, αλλά κι από το διαρκές άνοιγμα της ψαλίδας ανάμεσα στον αμερικανικό (και διεθνή) μέσο όρο και τις οικονομικές ελίτ του ακραίου πλούτου· εκείνο το 1% που επαναπροσδιορίζει καθημερινά με τον πιο προκλητικό τρόπο τι θα πει να είσαι υπερφυσικά πλούσιος (ποιος έχει ξεχάσει τον περσινό γάμο του δισεκατομμυριούχου στη Βενετία;). Περιστάσεις σαν το Met Gala που, παρά τον εγγενώς ελιτίστικο χαρακτήρα τους, «καταναλώνονται» από εκατομμύρια έμμεσους αποδέκτες ως μιντιακό θέαμα, ορίζουν την επικαιρότητα και συνδιαμορφώνουν τη δημοφιλή κουλτούρα διεισδύοντας με μεγάλη αποτελεσματικότητα σε οθόνες και συνειδήσεις. Το Met Gala προσφέρει στους προνομιούχους που συμμετέχουν σε αυτό ένα είδος λαϊκής νομιμοποίησης που ο Τζεφ Μπέζος έχει ανάγκη. Ο απρόσιτος δισεκατομμυριούχος που εμπνέει αντιπάθεια στον κόσμο δεν μπορεί να γίνει ξαφνικά αγαπητός ως διά μαγείας· μπορεί όμως να γίνει σταδιακά αποδεκτός συσχετιζόμενος με τα είδωλα της εποχής: δίπλα σε ταλαντούχους καλλιτέχνες, πανέμορφα μοντέλα και δημοφιλή πρόσωπα της δημόσιας ζωής όλοι μοιάζουν λίγο πιο συμπαθητικοί.
Τι φοβούνται οι πλούσιοι
Εχει πάντως και η μανία με την «άλωση» του Met Gala ένα στοιχείο υστερικού ρομαντισμού ή ακόμα και υποκρισίας. Είναι η χορηγία των 10 εκατομμυρίων του Τζεφ Μπέζος μια στρατηγική προσπάθεια «ξεπλύματός» του; Ας πούμε πως είναι. Ηταν τα συγκεκριμένα 10 εκατομμύρια πραγματικά απαραίτητα για την επιβίωση του Ινστιτούτου Κοστουμιών και του Μουσείου; Οχι· θα μπορούσαν ομολογουμένως να βρεθούν κι από αλλού. Ακόμη όμως κι αν η πόρτα του θεσμού δεν άνοιγε στον Μπέζος και τη Σάντσεζ, το Met Gala δεν θα παραδιδόταν στον λαό. Πάλι εκατομμυριούχοι και δισεκατομμυριούχοι θα προσκαλούνταν σε αυτό, πάλι κάποιοι θα το χρησιμοποιούσαν για να εξωραΐσουν το δημόσιο προφίλ τους, πάλι τερατώδη θα ήταν τα ταξικά χάσματα εκεί έξω. Και ο Μπέζος θα παρέμενε ίδιος, με τις επιχειρήσεις του να «τρέχουν» ως συνήθως και τους λογαριασμούς του εξίσου γεμάτους. Η δύναμη του Met Gala έγκειται στη σημασία που του αποδίδεται. Οποιος ενοχλείται από τη χρήση του ως πλατφόρμας για την κανονικοποίηση διάσημων και ισχυρών αμφιβόλου ηθικής, μπορεί απλώς να σταματήσει να το παρακολουθεί. Οσοι επιζητούν προσοχή, δεν πλήττονται από αναθέματα· την αδιαφορία φοβούνται.

