Στις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες, η απόλυτη σιωπή δεν αποτελεί ένδειξη υγείας. Αντιθέτως, συχνά προδίδει φόβο, αμηχανία ή ένα κόμμα που έχει απολέσει την επαφή με την κοινωνία. Υπό αυτή την έννοια, όσα καταγράφηκαν στην κοινοβουλευτική ομάδα της Ν.Δ. μόνο ως ανησυχητικό φαινόμενο δεν μπορούν να εκληφθούν. Οι επιμέρους γκρίνιες, οι ενστάσεις για επιλογές και οι διαφορετικές προσεγγίσεις σε ζητήματα καθημερινότητας ή πολιτικής στρατηγικής συνιστούν απολύτως φυσιολογική εικόνα για ένα μεγάλο κόμμα εξουσίας που βρίσκεται ήδη επτά χρόνια στην εξουσία. Το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται τόσο στο ότι ακούστηκαν διαφωνίες. Αυτό συμβαίνει σε όλα τα σοβαρά κόμματα που διαθέτουν μια κάποια οργανωτική δομή. Το ουσιαστικό είναι ότι, παρά τις επιμέρους διαφοροποιήσεις, δεν αμφισβητήθηκε ούτε η ηγεσία του Κυριάκου Μητσοτάκη ούτε η στρατηγική της παράταξης με ορίζοντα τις επόμενες εκλογές. Και αυτή είναι μια κρίσιμη διαφορά που βάζει τα πράγματα στη θέση τους.
Οι βουλευτές της Ν.Δ. γνωρίζουν πολύ καλά ότι η πολιτική σταθερότητα που οικοδομήθηκε τα τελευταία χρόνια δεν αποτελεί αυτονόητη συνθήκη. Η χώρα βγήκε από μια δεκαετία κρίσεων, απέκτησε επενδυτική αξιοπιστία, μείωσε την ανεργία και επανέφερε μια στοιχειώδη κανονικότητα. Προφανώς υπάρχουν αστοχίες και λάθη που προκαλούν δυσαρέσκεια ακόμη και στο εσωτερικό της πλειοψηφίας. Θα ήταν παράδοξο να μη συμβαίνει αυτό σε μια περίοδο κατά την οποία η κοινωνία πιέζεται από το κόστος ζωής, τη στεγαστική κρίση και τη γενικευμένη κόπωση της μεσαίας τάξης. Ωστόσο, είναι άλλο πράγμα η πολιτική αντιπαράθεση και οι εσωκομματικοί ανταγωνισμοί και άλλο η αποσταθεροποίηση. Ακριβώς εκεί φαίνεται ότι η κοινοβουλευτική ομάδα της Ν.Δ. επέλεξε συνειδητά ή αναγκαστικά συντεταγμένη πορεία. Οχι από κομματική πειθαρχία με τη στενή έννοια, αλλά από πολιτική επίγνωση και ένστικτο αυτοσυντήρησης. Διότι οι περισσότεροι αντιλαμβάνονται πως, παρά τα προβλήματα, δεν υπάρχει απέναντι μια εναλλακτική κυβερνητική πρόταση που να πείθει την κοινωνική πλειοψηφία. Η αντιπολίτευση εξακολουθεί να αναζητεί βηματισμό, η Κεντροαριστερά παραμένει κατακερματισμένη και ο δημόσιος διάλογος συχνά εξαντλείται σε καταγγελίες χωρίς σχέδιο. Ακόμη και το ΠΑΣΟΚ, που διαθέτει ενδιαφέρουσες προτάσεις σε πολλά θέματα, ξοδεύει πολύτιμο πολιτικό κεφάλαιο σε κουραστικές αντιπαραθέσεις που έχουν εξαντληθεί ή που δεν προκαλούν το ενδιαφέρον των πολιτών.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Ν.Δ. εξακολουθεί να λειτουργεί ως βασικός πυλώνας κυβερνητικής προοπτικής και πολιτικής σταθερότητας παρά τις αδυναμίες και ενίοτε αποτυχίες. Και προφανώς δεν σημαίνει ότι διαθέτει λευκή επιταγή. Αντιθέτως, είναι στο μικροσκόπιο κάθε κίνησή της και οι εσωκομματικές συζητήσεις και αντιπαραθέσεις διεξάγονται με όριο τη διατήρηση της πολιτικής συνοχής και όχι με στόχο την υπονόμευση της ηγεσίας. Αλλωστε όσοι έσπευσαν να ερμηνεύσουν τις τελευταίες παρεμβάσεις βουλευτών ως προάγγελο εσωκομματικών εξελίξεων μάλλον βιάστηκαν.
Η πραγματικότητα είναι πιο απλή, καθώς οι κυβερνητικοί βουλευτές επιχειρούν να εκφράσουν τις αγωνίες της κοινωνικής τους βάσης χωρίς να διαρρήξουν τη συνολική στρατηγική της παράταξής τους. Αυτό δεν θεωρείται πρόβλημα, αλλά ένδειξη στοιχειώδους πολιτικού ενστίκτου, γιατί τα κόμματα που διεκδικούν εκ νέου την εμπιστοσύνη των πολιτών δεν κρίνονται μόνο από την ενότητά τους, αλλά και από την ικανότητά τους να απορροφούν κραδασμούς. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, παρότι τους τελευταίους μήνες πιέστηκε, κατάφερε πάλι να βγει αλώβητος από μια εσωκομματική διαδικασία και έως ένα βαθμό να εκθέσει εκείνους που στο παρασκήνιο διακινούσαν σχέδια αποσταθεροποίησής του.

