
Από το καλοκαίρι του 2015 έχουν περάσει σχεδόν 11 χρόνια. Εκτοτε, ελάχιστα πράγματα έχουν μείνει ίδια: κυβερνήσεις άλλαξαν, αρχηγοί πήγαν και ήρθαν, κόμματα ξέπεσαν, διαιρέθηκαν ή διαλύθηκαν, το εγχώριο πολιτικό σκηνικό εξελίχθηκε, το διεθνές γεωπολιτικό μεταμορφώθηκε. Υπάρχει όμως κάτι που δεν έχει μεταβληθεί ιδιαίτερα, κι αυτό είναι η όρεξη κάποιων εκ των πρωταγωνιστών της φρικώδους εκείνης συγκυρίας για εξουσία και λαϊκή αναγνώριση. Ο λόγος που το ντοκιμαντέρ «Στο χιλιοστό», για την κρίση του 2015, εξόργισε όσους εξόργισε δεν είναι η ιστορική του ανακρίβεια ή η ερευνητική του μεροληψία. Δεν αρνήθηκε ο Αλέξης Τσίπρας να συμμετάσχει επειδή η Ελένη Βαρβιτσιώτη και η Βικτώρια Δενδρινού αποπειράθηκαν πράγματι να «δολοφονήσουν» τον χαρακτήρα του. Αυτό ήταν απλώς ένα πρόσχημα. Το πρόβλημά του, όπως και πολλών ακόμη, είναι η ανάσυρση της μνήμης. Η επικαιροποίηση της ιστορίας εκείνου του καλοκαιριού που, φωτίζοντας το ενοχλητικό παρελθόν, θέτει προσκόμματα στο φιλόδοξο μέλλον.
Γιατί αγχώνονται;
Είναι πολλές οι άγνωστες στο ευρύ κοινό λεπτομέρειες που τώρα, μέσω του ντοκιμαντέρ, μπορεί να ανακύψουν και να εμπλουτίσουν τη συλλογική συνείδηση για τα τεκταινόμενα του 2015. Τη βασική ιδέα, ωστόσο, την κατέχουν όλοι οι πολίτες που επηρεάστηκαν άμεσα ή έμμεσα από τη μνημονιακή – αντιμνημονιακή στρατηγική της κυβέρνησης Τσίπρα. Είναι γνωστό ήδη, για παράδειγμα, ότι ο πρώην πρωθυπουργός και οι υπουργοί του δεν είχαν ούτε διαπραγματευτικά χαρτιά ούτε την τεχνοκρατική υποδομή να διαπραγματευτούν αποτελεσματικά, ούτε βέβαια και την απαραίτητη καλοπιστία προς τους δανειστές. Ολοι ξέρουν πια ότι το κυβερνητικό σχήμα έπασχε από εσωτερικές ιδεολογικές αντιφάσεις, ότι ο υπουργός Οικονομικών είχε δική του ατζέντα, ότι άλλα λέγονταν μπροστά στις κάμερες και άλλα πίσω από αυτές, ότι η συνολική κυβερνητική αντίληψη για το τι ακριβώς διακυβεύεται ήταν εξόχως προβληματική. Οσοι δεν κατάλαβαν τι συνέβη το 2015 όσο αυτό συνέβαινε, δεν θα καταλάβουν το 2026. Αδίκως λοιπόν αγχώνονται πρόσωπα σαν τον Αλέξη Τσίπρα ή τον Γιάνη Βαρουφάκη. Δεν θα χάσουν τώρα οπαδούς που δεν έχασαν τότε.
Νέοι στο προσκήνιο
Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε ότι η εκλογική πελατεία του 2026 είναι διαφορετική από εκείνη του 2015. Το εκλογικό σώμα έχει ανανεωθεί με ψηφοφόρους, για τους οποίους το παρ’ ολίγον Grexit δεν σημαίνει κάτι σε υπαρξιακό επίπεδο, γιατί δεν το έζησαν ως ενήλικοι πολίτες. Πέραν λοιπόν των ανεπίδεκτων μαθήσεως εραστών της ρήξης για τη ρήξη, που πάντα θα νοσταλγούν το 2015 με τρυφερότητα, ευάλωτοι στα θέλγητρα των πρωταγωνιστών της περιόδου είναι και εκείνοι που δεν διαθέτουν αποτρεπτική ιστορική εμπειρία· όσοι δηλαδή δεν είχαν την ατυχία να μάθουν τη ριζοσπαστική Αριστερά την πρώτη φορά που επιχείρησε να φέρει την ελπίδα. Γι’ αυτό είναι επικίνδυνο το ντοκιμαντέρ: επειδή απειλεί να αποδυναμώσει τον «προσηλυτισμό» των άβγαλτων. Αλλωστε, με την αυτοβιογραφία του ο Αλέξης Τσίπρας υπολόγιζε πως έκλεισε τους λογαριασμούς του με το παρελθόν· ήλπιζε ότι το επόμενο βήμα του θα ήταν απαλλαγμένο από τις σκιές των νεανικών του ατοπημάτων.
Ποιος γράφει την Ιστορία
Αν παρατηρήσει κανείς προσεκτικά τις αρνητικές αντιδράσεις που προκαλεί η τηλεοπτική αναψηλάφηση της «ηρωικής» διαπραγμάτευσης του 2015, θα δει ότι δεν προέρχονται μόνο από πολιτικούς. Ενστάσεις για το ντοκιμαντέρ έχουν και δημοσιογράφοι ή δημοσιολογούντες, που δεν έχουν κάτι να προσάψουν στο περιεχόμενο της έρευνας (είναι βέβαια νωρίς ακόμη), αλλά έχουν πολλά να πουν για το «πλαίσιο» στο οποίο εντάσσεται ή την «ατζέντα» που υπηρετεί. Γιατί γυρίστηκε το ντοκιμαντέρ; Γιατί προβάλλεται τώρα; Σίγουρα κάτι ύποπτο συμβαίνει! Ο ψόγος φυσικά επεκτείνεται στις προσωπικότητες των Βαρβιτσιώτη και Δενδρινού, στο κανάλι που προβάλλει το ντοκιμαντέρ, σε εκείνους που δέχτηκαν να συμμετάσχουν κ.λπ. Ο θυμός, εν προκειμένω, αντικατοπτρίζει την απογοήτευση ενός πολιτικού χώρου, όχι για την Ιστορία ως συμβάν, αλλά ως καταγραφή. Η Αριστερά θέλει να γράφει μόνη της την Ιστορία και τείνει να προσβάλλεται όταν το κάνουν άλλοι, χωρίς να υιοθετήσουν την εκδοχή της ή να ζητήσουν την άδειά της.
Ντοκιμαντέρ του μέλλοντος
Το παρελθόν, πάντως, είναι παρελθόν και είναι συνετό να αντιμετωπίζεται ως τέτοιο. Η επικέντρωση στην τραυματική εμπειρία του 2015 είναι θεμιτή με όρους ερευνητικούς κι επιμορφωτικούς, ωστόσο όταν αναδεικνύεται σε πολιτικό επιχείρημα για τη σημερινή κατάσταση των πραγμάτων καταλήγει αντιπαραγωγική. Το «Κοιτάξτε από τι γλιτώσαμε» δεν είναι εργαλείο διαρκούς ανάλυσης. Απ’ ό,τι ήταν να γλιτώσουμε, γλιτώσαμε. Ας πάμε παρακάτω τώρα. Φαίνεται όμως ότι κάποιοι δεν θέλουν να προχωρήσουμε. Δεν θέλουν να αναλάβουν την ευθύνη του επόμενου βήματος, γι’ αυτό και δεν σταματούν να επισημαίνουν πόσο στραβό ήταν το προηγούμενο. Ισως έτσι, σκέφτονται, να εκτιμήσουμε τη στασιμότητα που προσφέρουν. Από τους κατόχους του ενός και μοναδικού ηθικού πλεονεκτήματος περάσαμε στους υπερασπιστές της μίας και μοναδικής κανονικότητας. Ας μη ζητάμε πολλά, λέει η δική τους φιλοσοφία. Ας βολευτούμε με όσα έχουμε, γιατί κάποτε δεν είχαμε ούτε αυτά. Οταν γίνουν κι αυτοί ντοκιμαντέρ, θα καταλάβουν ότι θα μπορούσαμε να έχουμε πολύ περισσότερα.

