Η ποιότητα και το βάθος του δημοσίου λόγου είναι ζήτημα καίριο για τη δημοκρατία. Παρακολουθώ επί σειρά ετών τη σκέψη, τα βιβλία και τον ευρύτερο, σύνθετο προβληματισμό του Γιάννη Κιουρτσάκη. Εδώ και πάνω από 45 χρόνια έχει καλλιεργήσει έναν σημαντικό υβριδικό λόγο ανάμεσα στο δοκίμιο, στην αυτοβιογραφία, στον στοχασμό και στη διαλεκτική, ανάμεσα στο παρόν και στο παρελθόν, στο μέσα και στο έξω, στις εκδοχές του εαυτού και στη σύνθετη φύση του νεοελληνικού πολιτισμού.
Επισημαίνω την περίπτωση του Γιάννη Κιουρτσάκη γιατί στο νέο βιβλίο του με τίτλο «Κρυμμένη πατρίδα» (εκδ. Πατάκη) επιχειρεί ένα συγκερασμό των έως τώρα πνευματικών αναζητήσεών του εντάσσοντας σκέψεις, πικρές αλλά ρεαλιστικές, για την τρέχουσα διεθνή συγκυρία. Είναι σαν μια συνομιλία με τον εαυτό και με τον άλλον. Και είναι σημαντικό καθώς δεν είναι λίγες οι φορές που αισθανόμαστε μόνοι, μέλος μιας μειοψηφίας, στο περιθώριο ενός καλπάζοντος κίβδηλου κόσμου που μας προσπερνάει και μας αγνοεί.
Ο Γιάννης Κιουρτσάκης έχει μια μακρά διαδρομή στην ιστορία των ιδεών ερευνώντας (καθώς διέστειλε διαρκώς τον εαυτό του πέραν της μεσοαστικής διαπαιδαγώγησής του στην Αθήνα) όψεις, πτυχές και ζητήματα της πολιτισμικής έκφρασης αυτού του τόπου από τη σχέση Ελλάδας και Δύσης, αστικού και λαϊκού πολιτισμού, Καραγκιόζη και αρχέγονων καταβολών, παράδοσης και μοντερνισμού… Αυτός, ένα παιδί γεννημένο το 1941 στην αστική Αθήνα, άνοιξε μετέπειτα τα φτερά του στη Γαλλία δοκιμάζοντας διαρκώς όρια, μετατοπίσεις και αναστοχασμούς (το «Σαν μυθιστόρημα», πρώτη έκδοση το 1995, παραμένει σημείο αναφοράς για τη νεοελληνική ταυτότητα και εξαίρετη σύνθεση αυτοβιογραφίας, λογοτεχνίας και δοκιμίου).
Ομως, στο τελευταίο του δοκίμιο, την «Κρυμμένη πατρίδα», ο Γιάννης Κιουρτσάκης, καθώς κυκλώνει από πολλές οπτικές τις βασικές ιδέες του για τον δημόσιο λόγο, τη γλώσσα, το «έξω» και το «μέσα», τη σκιά του θανάτου και την αιώνια νεότητα, μιλάει για το αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει ο κόσμος διεθνώς. «Το ερώτημα που με βασανίζει», λέει, «εδώ και χρόνια είναι πώς ένας κόσμος που έδινε στους προγόνους μας, και χτες ακόμη στους γονείς μας, τόσο γενναιόδωρες υποσχέσεις για το μέλλον (τουλάχιστον στον δυτικό κόσμο) έφτασε στο σημερινό του αδιέξοδο. Κι είναι αξιοπρόσεχτο ότι και αυτό το ερώτημα περιστρέφεται ξανά γύρω από μια λέξη, λέξη σχεδόν συνώνυμη με την πρωτόγνωρη ακμή των Νέων Χρόνων, στους δυο-τρεις τελευταίους αιώνες της Ιστορίας. Μιλώ για τη λέξη “πρόοδος”».

