Μια θαυμάσια ευκαιρία, από εκείνες που παρουσιάζονται σπάνια δυστυχώς, καθώς προσφέρονται για αξιοποίηση στην κατεύθυνση βελτίωσης του πολιτικού συστήματος, κινδυνεύει να χαθεί – εάν δεν έχει απoλεσθεί και πάλι για τα καλά: ο λόγος για την ευκαιρία επαναπροσδιορισμού του περιεχομένου της πολιτικής και του ρόλου που οι αιρετοί διαδραματίζουν εκ της ιδιότητός τους.
Ηταν πολύ πρόσφατα, όταν εξ αφορμής της διαδικασίας άρσης ασυλίας βουλευτών για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ βρέθηκε για λίγο στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης το ποιες δράσεις ή και πρωτοβουλίες εντάσσονται στον κύκλο των αρμοδιοτήτων και υποχρεώσεών τους. Οχι μόνον οι άμεσα αναφερόμενοι στη δικογραφία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, αλλά επί της ουσίας οι περισσότεροι και από όλες τις πτέρυγες της Βουλής, με έργα, με λόγια ή και με την ηχηρή σιωπή τους έδειξαν να συμφωνούν στο ότι είναι στο πλαίσιο των καθηκόντων τους ως μελών της εθνικής αντιπροσωπείας να «επικοινωνούν» απευθείας προς τη διοίκηση αιτήματα των πολιτών (βλ. ψηφοφόρων). Απολύτως λανθασμέ-νη αντίληψη, είναι η αλήθεια.
Οταν δίνουν τον όρκο μετά την εκλογή τους, οι βουλευτές δηλώνουν ότι θα υπακούν στο Σύνταγμα. Ο Καταστατικός Χάρτης της χώρας είναι απολύτως σαφής σε ουκ ολίγες διατάξεις του. Αναφέρονται ενδεικτικά δύο εξ αυτών: «Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας» (άρθρο 2). Και αλλού: «Οι Ελληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Εχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις» (άρθρο 4).
Πώς προστατεύεται η «αξία του ανθρώπου» από τον εκπρόσωπό του στη Βουλή όταν ο τελευταίος με τη συμπεριφορά του εξακολουθεί να καλλιεργεί την –τουλάχιστον– οθωμανικής προέλευσης αντίληψη του ρουσφετιού; Και πώς επαναβεβαιώνεται στην πράξη η «ισότητα ενώπιον του νόμου» όταν, ανάλογα με το ποιος φίλος-βουλευτής είναι ή όχι μέλος κυβερνώσας πλειοψηφίας, ο ψηφοφόρος του έχει (ή νομίζει πως μπορεί να έχει) άμεση πρόσβαση στη διοίκηση με τρόπο αποτελεσματικό για το οποιοδήποτε αίτημά του;
Ο ισχύων κανονισμός της Βουλής προσφέρει ήδη πολλές δυνατότητες στα μέλη της εθνικής αντιπροσωπείας προκειμένου να μεταφέρουν «πάνω στο τραπέζι», δηλαδή με την απαραίτητη διαφάνεια, αιτήματα είτε μεμονωμένων πολιτών είτε κοινωνικών ομάδων, με αποδέκτες αρμόδιες υπηρεσίες και υπουργεία. Οπως επίσης για να ασκήσουν πιέσεις και μέσω του κοινοβουλευτικού ελέγχου με στόχο να διαπιστωθεί κατά πόσον τα δίκαια και νόμιμα αιτήματα ικανοποιούνται εγκαίρως. Δυνατότητες οι οποίες σαφέστατα χρειάζεται να ενισχυθούν, ακόμη και μέσω της σχεδιαζόμενης εκσυγχρονιστικής αλλαγής του κανονισμού.

