Ακουσα πρόσφατα από έναν σφοδρό επικριτή των Πρότυπων Σχολείων μία παραδοχή που δεν περίμενα. «Είναι πολύ καλά σχολεία τελικά», μου είπε. Ηταν ίσως η πιο θετική κουβέντα που έχω ακούσει εδώ και καιρό. Πρώτα απ’ όλα γιατί δείχνει ότι όντως κάτι αλλάζει στο δημόσιο σχολείο, που πρέπει πάντοτε –μαζί με το δημόσιο πανεπιστήμιο– να αποτελεί τη μεγάλη προτεραιότητα κάθε κυβέρνησης. Αλλά και γιατί υπάρχει η ελπίδα πως κάποια στιγμή θα συμφωνήσουμε μεταξύ μας ότι γίνονται πράγματα σε ορισμένους τομείς που δεν σηκώνουν ιδεολογική συζήτηση και μίζερη κριτική. Η Αριστερά και ένα κομμάτι της Κεντροαριστεράς είναι εγκλωβισμένες στα κλισέ του παρελθόντος. Περάσαμε δεκαετίες σε αυτόν τον τόπο προσπαθώντας να χαμηλώσουμε όσο μπορούμε τον πήχυ, κυνηγώντας τον χαμηλότερο κοινό παρονομαστή. Το καταφέραμε. Αλλοι γιατί διέλυσαν τη δημόσια Παιδεία στο όνομα της ισότητας και του συμβιβασμού με τους συνδικαλιστές και άλλοι γιατί μετέτρεψαν τα «σχολεία των αρίστων» σε οικοσυστήματα ρουσφετιών, νεοπλουτισμού και αναξιοκρατίας. Ηταν ο τέλειος καταστροφικός συνδυασμός, τις συνέπειες του οποίου πληρώνουμε ακόμη.
Μια έξυπνη Αριστερά της εποχής μας θα έπρεπε να στηρίζει τα Πρότυπα Σχολεία, να επιζητεί την ενίσχυσή τους από ιδρύματα και τον ιδιωτικό τομέα και να προτείνει την αναβάθμισή τους. Τίποτα δεν υπηρετεί τον στόχο της ισότητας περισσότερο από το να δίνονται οι ίδιες ευκαιρίες στα παιδιά που δεν μπορούν να φοιτήσουν σε ιδιωτικό σχολείο. Εχουμε ανάγκη να σηκώσουμε πιο ψηλά τον πήχυ σε έναν κόσμο που γίνεται όλο και πιο απαιτητικός και ανταγωνιστικός.
Θα είναι μια μεγάλη στιγμή η μέρα που ο τόπος θα εκλέξει κάποιον για να τον κυβερνήσει που θα είναι αντάξιος του Ελευθερίου Βενιζέλου ή του Κωνσταντίνου Καραμανλή και απόφοιτος ενός πολύ καλού δημόσιου σχολείου.

