Οταν τους είχα πρωτοακούσει, με προτροπή ενός μεγαλύτερου, «ψαγμένου» ξαδέλφου (όπως συμβαίνει ενίοτε), είχα… σκιαχτεί. Από ποιο βαθύ σκοτάδι έρχονταν εκείνες οι απειλητικές κιθάρες, πού την έβρισκαν τόση μελωδική ορμή και γιατί παρέσυρε και εμένα τόσο εύκολα; Για έναν ανυποψίαστο προέφηβο, ήταν κάτι σαν γράπωμα από τον λαιμό οι Metallica, που όμως θα το συνήθιζα και θα αναμετριόμουν μαζί του. Ισως αυτή είναι μια λειτουργία –εκτός από τη χαρά και τη διασκέδαση– του σκληρού ήχου γενικά: σου προσφέρει, στην ηλικία που τη χρειάζεσαι, μια αίσθηση αυτοπεποίθησης.
Μια ιδέα ταυτότητας επίσης, μοιρασμένης με άλλους ομοϊδεάτες, που αντάλλασσαν κασέτες, CD, όνειρα, αλλά και που δεν το είχαν σε τίποτα να τσακωθούν, μετά το τελευταίο κουδούνι, για ζητήματα κρίσιμα, όπως το αν οι Metallica ήταν καλύτεροι από τους Iron Maiden, αν έπρεπε το 1996 να κουρέψουν τη μαλλούρα, αν φέρθηκαν σκάρτα στον δεύτερο μπασίστα τους, αν ήταν ανάγκη να λύσουν τις διαφορές τους με τη βοήθεια «κόουτς απόδοσης» και βέβαια αν «ξεπουλήθηκαν».
Στο μεταξύ, οι αμετανόητοι μεταλάδες από το Σαν Φρανσίσκο πουλούσαν όντως εκατομμύρια (επίσης συμβαίνει συχνά) και οι συναυλίες τους ήταν ολοένα πιο περιζήτητες. Εκείνη που θα δώσουν στις 9 Μαΐου, στο ανακαινισμένο ΟΑΚΑ, είχε γίνει, πέρυσι, sold out σε δύο ώρες. Ο εξοπλισμός της κατέφθασε με κονβόι από νταλίκες και η δαχτυλιδόσχημη σκηνή που θα στηθεί στο κέντρο του σταδίου θα επιτρέπει στην μπάντα να στρέφεται προς όλους τους θεατές. Στο χαμηλωμένο κέντρο της σκηνής, το λεγόμενο «snake pit» –ελληνιστί, «λάκκος με τα φίδια»–, κάποιοι τυχεροί θα κοπανιούνται σε απόσταση αναπνοής από το συγκρότημα, έχοντας εξασφαλίσει βέβαια το συγκεκριμένο εισιτήριο έναντι 550 ευρώ.
Δεν ξέρω πώς θα αντιδρούσε ο προέφηβος εαυτός μου. Πιθανόν να γελούσε με την επονομασία «Λεφτάλικα» που χρησιμοποιεί ένας φίλος, θα ήθελε όμως να ζήσει την εμπειρία. Ο σχεδόν μεσήλικας διάδοχός του, πάντως, εκείνες τις ημέρες θα έχει άλλες υποχρεώσεις (αυτό κι αν συμβαίνει συχνά), οπότε, ακόμα και να υπήρχαν διαθέσιμα εισιτήρια –και 550 ευρώ– δεν θα χρειαζόταν να ταλαντευτεί. Ισως βάλει να ακούσει κάποιο αγαπημένο κομμάτι. Ισως δει τα βιντεάκια την επόμενη ημέρα. Και μάλλον θα ζηλέψει, όχι τον «λάκκο με τα φίδια», αλλά εκείνο το σημείο του γηπέδου που η μουσική ακούγεται ακόμα ωραία, αλλά η μπίρα πίνεται πιο ήρεμα και η αυτοπεποίθηση δεν χρειάζεται πια να χτυπάει πάντα κόκκινο.

