Ο νέος Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας και η αυστηρή εφαρμογή του αποτελούν λαμπρό παράδειγμα για το πώς καταφέρνουμε να είμαστε θύματα αδικίας είτε υπάρχει «πολύς» νόμος είτε λίγος. Είμαστε έρμαια μιας συγκυρίας που είναι προϊόν, αφενός, αυθαιρεσίας και αυτοσχεδιασμού και, αφετέρου, στενόμυαλης υπερβολής. Γνωρίζουμε ότι παίζουμε τη ζωή μας κορώνα – γράμματα όταν βγαίνουμε από το σπίτι, καθώς, στο βασίλειο της τσαπατσουλιάς, του εγωισμού και της απερισκεψίας, η επιβίωση είναι περισσότερο θέμα τύχης παρά κοινωνική κατάκτηση και πολιτειακή προτεραιότητα. Γνωρίζουμε, επίσης, ότι κάποιοι παραβιάζουν νόμους και παραμένουν ατιμώρητοι, ενώ άλλοι, για μικρότερα παραπτώματα, πληρώνουν το τίμημα αμίλητοι. Είτε οδηγοί είτε πεζοί είτε ντόπιοι είτε περαστικοί, έχουμε μάθει ότι δεν μπορούμε να έχουμε εμπιστοσύνη ούτε στους άλλους οδηγούς ότι συμπεριφέρονται σωστά ούτε στα όργανα της τάξης ότι θα τους ελέγχουν. Εως τώρα δεν έχουμε πεισθεί ότι προτεραιότητα των κυβερνήσεων ήταν η ασφάλεια όλων, ότι η εφαρμογή του νόμου δεν ήταν μόνο για να «σταλεί ένα μήνυμα» πολιτικής χροιάς (π.χ., «εμείς είμαστε το κόμμα του νόμου και της τάξης») ούτε απλώς για να αποποιούνται τις ευθύνες όσοι όφειλαν να εξασφαλίζουν καλύτερες κρατικές υπηρεσίες.
Είχαμε μάθει να «διαλογιζόμαστε» με τις πινακίδες οδικής σήμανσης, καθώς από πείρα γνωρίζαμε ποιες είχαν σχέση με τους κινδύνους και τις καιρικές συνθήκες. Γνωρίζαμε, επίσης, ότι συχνά πινακίδες που έθεταν όριο ταχύτητας 30 ή 20 χλμ. την ώρα ήταν «ιστορικής σημασίας», έχοντας παραμείνει στο σημείο από… παλαιότερη εκδοχή του δρόμου, είχαν εγκαταλειφθεί από συνεργείο που κάποτε εκτελούσε εργασίες στο σημείο ή δεν βλέπαμε πινακίδα που αναιρούσε όσα έλεγε ετούτη επειδή ήταν κρυμμένη ή καταγής.
Η κατάσταση αυτή μας κρατούσε σε εγρήγορση, γνωρίζαμε ότι δεν χρειαζόταν να πιστέψουμε ότι πρέπει να οδηγούμε με 30 σε ίσιο δρόμο χωρίς εμφανείς κινδύνους ούτε θα τρέχαμε σε σημείο με κλειστές στροφές, κι ας έλεγε «90» η τελευταία πινακίδα που είδαμε. Προφανώς, υπήρχαν οι τρελοί που έτρεχαν με 150, όπως και οι πιωμένοι, που έθεταν σε κίνδυνο εαυτούς και άλλους. Η λύση εδώ θα ήταν –όπως όλοι έχουμε πει επανειλημμένως– μια σοβαρή προσπάθεια οι πινακίδες να ταιριάζουν με τις συνθήκες στο δίκτυο σε κάθε συγκεκριμένο σημείο, μαζί με αποτελεσματική και άτεγκτη αστυνόμευση.
Ο νέος ΚΟΚ, ο οποίος ετέθη σε πλήρη εφαρμογή πριν από λίγο καιρό, αστυνομεύεται αυστηρά, με τη βοήθεια νέας τεχνολογίας και με βαριές χρηματικές και διοικητικές ποινές. Το ότι οι περισσότεροι τηρούν τους κανόνες και ότι ο αριθμός τροχαίων, θανάτων και τραυματισμών μειώνεται είναι θετικό, ασφαλώς. Ομως, μαζί με τους επικίνδυνους τιμωρούνται με υπερβολικά μέτρα και αυτοί που μπορεί να παρασύρονται από συνθήκες που επιτρέπουν λίγο μεγαλύτερη ταχύτητα, ενώ το όριο στο σημείο είναι υπερβολικά χαμηλό. Η επιβολή στρεβλών συστημάτων δεν παράγει σωστούς πολίτες ούτε απαλλάσσει τις Αρχές από τις δικές τους ευθύνες να είναι δίκαιες.

