Πολλοί φίλοι με ρωτάνε για το πώς βρίσκω θέματα για να γράφω κάθε εβδομάδα. Πράγματι είναι δύσκολο, γιατί δεν μετέχω σε κάποια συντακτική ομάδα της «Κ», ώστε να έχω μια συνεχή πληροφόρηση για τα τεκταινόμενα. Ετσι, προσπαθώ να αντλώ θέματα από τις εφημερίδες που διαβάζω. Καμιά φορά μικρές ειδήσεις κρύβουν θησαυρούς.
Στην «Κ» της 14ης Φεβρουαρίου 2026, ένα σχετικά μικρό δίστηλο με τίτλο «Η Waymo προσλαμβάνει διανομείς για να κλείνουν τις πόρτες των ρομποταξί», μου κίνησε την περιέργεια και αντιγράφω την πρώτη πρόταση από το δημοσίευμα: «Κινούνται αυτόνομα. Τα ταξί της Waymo οδηγούν χωρίς ανθρώπους. Τι γίνεται όμως όταν ένας επιβάτης που αποχωρεί αφήνει την πόρτα ανοικτή; Σε αυτή την περίπτωση το αυτοκίνητο δεν κινείται μέχρι να κλείσει η πόρτα. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο η Waymo απευθύνεται σε εργαζόμενους από εταιρείες όπως η DoorDash για να κλείνουν, επί πληρωμή, τις ανοιχτές πόρτες των ρομποταξί της εταιρείας[…]».
Το δημοσίευμα για τη Waymo (θυγατρική της Google) είναι αποκαλυπτικό, όχι γιατί δείχνει αποτυχία της τεχνολογίας, αλλά γιατί φωτίζει μια βαθύτερη πραγματικότητα: ακόμη και τα πιο προηγμένα «ρομποτάκια» χρειάζονται ανθρώπινη υποστήριξη. Το παράδειγμα των ρομποταξί, που δεν μπορούν να κινηθούν αν μείνει ανοιχτή η πόρτα, και γι’ αυτό επιστρατεύονται διανομείς για να την κλείνουν επί πληρωμή, είναι μια μικρή αλλά εξαιρετικά διδακτική ιστορία για το πώς λειτουργεί στην πράξη η αυτοματοποίηση και πώς συνδέεται με το outsourcing υπηρεσιών.
Τα «ρομποτάκια», όπως τα αυτόνομα οχήματα, σχεδιάζονται για να εκτελούν συγκεκριμένες, επαναλαμβανόμενες εργασίες με ακρίβεια, ταχύτητα και χωρίς κόπωση. Η υπόσχεσή τους είναι η μείωση του κόστους, η αύξηση της παραγωγικότητας και η ελαχιστοποίηση των λαθών. Ομως κάθε αυτοματοποιημένο σύστημα λειτουργεί μέσα σε ένα περιβάλλον αβεβαιότητας: ανθρώπινη συμπεριφορά, απρόβλεπτες συνθήκες, μικρές αποκλίσεις από το «ιδανικό σενάριο». Η ανοικτή πόρτα ενός ρομποταξί είναι ακριβώς μια τέτοια απόκλιση.
Η τεχνολογία της Waymo μπορεί να διαχειριστεί σύνθετους αλγόριθμους πλοήγησης, να αντιληφθεί πεζούς, να αναλύσει κυκλοφορία σε πραγματικό χρόνο. Ομως δεν μπορεί (ή δεν έχει σχεδιαστεί) να κατέβει κάποιος μηχανισμός και να κλείσει την πόρτα. Η λύση δεν ήταν να προστεθεί ένας ακριβός μηχανικός βραχίονας, αλλά να ανατεθεί η απλή αυτή εργασία σε εξωτερικούς συνεργάτες. Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται η λογική του outsourcing: όταν μια λειτουργία είναι σπάνια, απλή και χαμηλής προστιθέμενης αξίας, συμφέρει περισσότερο να ανατίθεται εξωτερικά, παρά να ενσωματώνεται πλήρως στο σύστημα.
Το outsourcing υπηρεσιών βασίζεται στην αρχή του συγκριτικού πλεονεκτήματος. Μια εταιρεία επικεντρώνεται στον πυρήνα της δραστηριότητάς της, στην περίπτωση της Waymo στην τεχνολογία αυτόνομης οδήγησης, και αναθέτει δευτερεύουσες λειτουργίες σε τρίτους. Ετσι επιτυγχάνει μείωση παγίου κόστους, μεγαλύτερη ευελιξία και καλύτερη κατανομή κεφαλαίων. Αντί να προσλάβει μόνιμο προσωπικό ή να επενδύσει σε μηχανικές λύσεις υψηλού κόστους, πληρώνει κατά περίπτωση για μια μικρή υπηρεσία.
Τα πλεονεκτήματα είναι πολλαπλά. Πρώτον, οικονομική αποδοτικότητα. Το κόστος μιας περιστασιακής ανθρώπινης παρέμβασης είναι συνήθως μικρότερο από την ανάπτυξη και συντήρηση μιας περίπλοκης τεχνικής λύσης. Δεύτερον, ευελιξία κλίμακας. Αν αυξηθούν τα περιστατικά, μπορούν να αυξηθούν και οι εξωτερικοί συνεργάτες· αν μειωθούν, το κόστος πέφτει άμεσα. Τρίτον, ταχύτητα προσαρμογής. Η εταιρεία δεν χρειάζεται να αλλάξει την αρχιτεκτονική του προϊόντος της – απλώς τροποποιεί τη σύμβαση παροχής υπηρεσιών.
Υπάρχει επίσης ένα στρατηγικό πλεονέκτημα: η εστίαση (focus). Οι εταιρείες που επιδιώκουν τεχνολογική υπεροχή πρέπει να επενδύουν χρόνο και πόρους στην καινοτομία. Αν αρχίσουν να επιλύουν κάθε μικρό επιχειρησιακό ζήτημα εσωτερικά, διασπώνται και αποδυναμώνονται. Το outsourcing επιτρέπει την αποδέσμευση διοικητικής ενέργειας (management bandwidth). Η Waymo δεν είναι εταιρεία «κλεισίματος θυρών», είναι εταιρεία τεχνητής νοημοσύνης και αυτόνομης μετακίνησης.
Το παράδειγμα των ρομποταξί αποδεικνύει και κάτι ακόμη: η αυτοματοποίηση δεν καταργεί τον άνθρωπο, αλλά μετασχηματίζει τον ρόλο του. Αντί να οδηγεί το όχημα, ο άνθρωπος καλείται να παρεμβαίνει σε εξαιρέσεις. Στις τράπεζες, τα chatbots απαντούν σε απλές ερωτήσεις, αλλά οι σύνθετες υποθέσεις κλιμακώνονται σε ανθρώπινο σύμβουλο. Η ανθρώπινη παρέμβαση μετατρέπεται σε «υπηρεσία εξαίρεσης».
Από οικονομική άποψη αυτό δημιουργεί ένα υβριδικό μοντέλο λειτουργίας. Η βασική ροή εκτελείται αυτόματα, με χαμηλό κόστος και υψηλή ταχύτητα. Οι εξαιρέσεις αντιμετωπίζονται μέσω outsourcing ή ευέλικτων συνεργασιών. Το αποτέλεσμα είναι μια επιχείρηση πιο «ελαφριά», με λιγότερα πάγια και περισσότερα μεταβλητά κόστη. Σε περιόδους αβεβαιότητας, αυτή η δομή είναι ιδιαίτερα πολύτιμη.
Με το outsourcing υπηρεσιών, μια εταιρεία επικεντρώνεται στον πυρήνα της δραστηριότητάς της και αναθέτει δευτερεύουσες λειτουργίες σε τρίτους.
Υπάρχουν βεβαίως και προκλήσεις. Το outsourcing απαιτεί σαφείς συμβάσεις, ποιοτικό έλεγχο και διαχείριση κινδύνου. Η υπερβολική εξάρτηση από τρίτους μπορεί να δημιουργήσει ευπάθειες. Ομως, όταν εφαρμόζεται στρατηγικά, αποτελεί εργαλείο ανταγωνιστικότητας. Η βασική προϋπόθεση είναι ο σωστός διαχωρισμός: τι είναι «πυρήνας» και τι είναι «περιφέρεια» της δραστηριότητας.
Το «ρομποτάκι» της Waymo, που ακινητοποιείται από μια ανοιχτή πόρτα, μας υπενθυμίζει ότι η τεχνολογία λειτουργεί σε συνεργασία με τον άνθρωπο και το επιχειρηματικό οικοσύστημα. Η καινοτομία δεν είναι μόνο αλγόριθμοι και αισθητήρες· είναι και οργανωτικό μοντέλο. Το outsourcing, σε αυτό το πλαίσιο, δεν είναι αδυναμία αλλά στρατηγική επιλογή βελτιστοποίησης.
Τελικά, η αυτοματοποίηση και η ανάθεση υπηρεσιών δεν είναι αντίθετες έννοιες. Είναι συμπληρωματικές. Τα ρομποτάκια αναλαμβάνουν τη μαζική, επαναλαμβανόμενη εργασία. Οι άνθρωποι –συχνά μέσω εξωτερικών συνεργασιών– διαχειρίζονται την εξαίρεση, το απρόβλεπτο, το μεταβατικό στάδιο. Το μέλλον των επιχειρήσεων δεν είναι πλήρως αυτόματο ούτε πλήρως ανθρώπινο. Eίναι υβριδικό, ευέλικτο και στρατηγικά κατανεμημένο.
Η ιστορία είναι πολύ διδακτική. Ειδικά στην Ελλάδα όπου το outsourcing των υπηρεσιών δεν είναι τόσο ανεπτυγμένο όσο στις προοδευμένες χώρες. Ειδικά, το Ελληνικό Δημόσιο στον τομέα αυτό βρίσκεται στη λίθινη εποχή. Συγκαταβατικά, στην εποχή του χαλκού. Οποιαδήποτε ανάγκη δημιουργηθεί, αμέσως αντιμετωπίζεται με τη δημιουργία της σχετικής υπηρεσίας και τη στελέχωση με προσωπικό, χωρίς καμία μελέτη για τυχόν εναλλακτικές λύσεις. Θα σας το τεκμηριώσω με ένα θετικό και ένα αρνητικό παράδειγμα.
Το θετικό παράδειγμα είναι η συγκέντρωση και μετάδοση των αποτελεσμάτων των εκλογών. Αυτή είναι μια δραστηριότητα η οποία απαιτεί ειδικό εξοπλισμό, ειδικό λογισμικό και έντονη ανθρώπινη δραστηριότητα για ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Από το 1981 το έργο αυτό γίνεται επιτυχημένα με outsourcing υπηρεσιών που παρέχονται από εξειδικευμένες εταιρείες. Πρώτα η εταιρεία Ηλεκτρονικοί Διερευνητές Δοξιάδη Α.Ε. το 1981, στη συνέχεια η Δέλτα Πληροφορική Α.Ε., ακολούθως η Δέλτα – Singular Α.Ε. και σήμερα η Singular Logic Α.Ε. Στα 44 χρόνια ο «εργολάβος» του έργου έχει αναπτύξει ιδιαίτερη τεχνογνωσία και εμπειρία, η οποία είναι αναντικατάστατη. Η δε ταχύτητα ανταπόκρισης φάνηκε το 2015 με την ξαφνική προκήρυξη του δημοψηφίσματος και την ανταπόκριση της εταιρείας στον κυριολεκτικά μηδενικό χρόνο προετοιμασίας.
Τα αρνητικά παραδείγματα είναι τόσο πολλά που δεν γνωρίζω από πού να αρχίσω και πού να τελειώσω. Θυμάστε τα σήματα των τελών κυκλοφορίας; Ο Στέφανος Μάνος ως υπουργός Οικονομικών έκανε την υπηρεσία αυτή outsourcing. Το Δημόσιο πλήρωνε ένα ποσό για κάθε σήμα και τίποτα παραπάνω. Τα τέλη τα εισέπρατταν τράπεζες και τα απέδιδαν καθημερινά στο υπουργείο. Το 1993 με την εκλογή του ΠΑΣΟΚ και το μίσος τους για οτιδήποτε ιδιωτικό, αποφάσισαν ότι θα υποκαταστήσoυν τον εργολάβο. Αρχικά προμηθεύτηκαν δύο πανάκριβες εκτυπωτικές μηχανές μεταξοτυπίας, που κανένα τυπογραφείο στην Ελλάδα δεν διέθετε. Για να αντιληφθείτε την ανοησία, αξίζει να σημειωθεί ότι ο εργολάβος τύπωνε τα σήματα στην Ελβετία σε τυπογραφείο που ήταν πιστοποιημένο να τυπώνει αξίες. Δεν είναι του παρόντος να μπω σε λεπτομέρειες. Σημασία έχει ότι από δική τους μελέτη (της Γεν. Γραμματείας Πληροφορικών Συστημάτων επί ΠΑΣΟΚ) διαπίστωσαν ότι η επιχείρηση τους κόστιζε πολλαπλάσια από ό,τι με τον εργολάβο. Το χειρότερο, δεν υπήρχε κανένας έλεγχος στην παραγωγή και τη διακίνηση των σημάτων (τα οποία ουσιαστικά ήταν χρήματα) και το σύστημα κατέρρευσε. Βλέπετε, το πολύ αποτελεσματικό Δημόσιο ήθελε να γίνει εξειδικευμένος τυπογράφος και άλλα πολλά, αντί να πληρώνει ένα μικρό ποσό για κάθε σήμα και να έχει το κεφάλι του ήσυχο.
Θα σας δώσω όμως και ένα άλλο πολύ πρόσφατο παράδειγμα. Στην Ελλάδα έχουμε περίπου 650 θανάτους από αυτοκινητικά δυστυχήματα. Η λύση των καμερών κυκλοφορίας είναι επιβεβλημένη. Στην Κύπρο λειτουργούν με υπηρεσίες outsourcing σε εξειδικευμένη εταιρεία των ΗΠΑ. Η εταιρεία πληρώνεται ένα ποσό για κάθε κάμερα που λειτουργεί. Στην Ελλάδα προτιμήσαμε την προμήθεια, γιατί έχουμε αλλεργία στις ιδιωτικές υπηρεσίες. Ομολογώ ότι δεν γνωρίζω σε ποια φάση βρισκόμαστε, αλλά σίγουρα ακόμη δεν έχουμε το πλήρες σύστημα σε λειτουργία.
Ενας εργολάβος που έχει εγκαταστήσει εκατοντάδες χιλιάδες κάμερες σε διάφορες χώρες έχει αποκτήσει μια μοναδική εμπειρία η οποία δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να υποκατασταθεί. Να σας δώσω μια διάσταση. Είναι βέβαιο ότι ο εργολάβος θα είχε αντιμετωπίσει τις τυχόν αντιρρήσεις της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων σε μία ή περισσότερες χώρες και ξέρει πώς να τις διαχειριστεί και να τις αντικρούσει. Και μόνο αυτή την πολύτιμη εμπειρία την απεμπολούμε, γι’ αυτό και συζητάμε αν οι κάμερες θα φωτογραφίζουν από εμπρός ή από πίσω το όχημα. Τώρα, αν το φωτογραφίζουν από πίσω, πώς θα γνωρίζουμε αν φοράει ζώνη ή μιλάει στο τηλέφωνο ο οδηγός, θα μας το λύσει η περίφημη Αρχή.
*Ο κ. Ανδρέας Γ. Δρυμιώτης είναι σύμβουλος επιχειρήσεων.

