Ποιες ήταν οι βαθύτερες αιτίες της Ελληνικής Επανάστασης; Τι άφησαν πίσω τους οι χρεοκοπίες του 1893 και του 1932, και πώς συγκρίνονται με την πρόσφατη πτώχευση; Ποιες ήταν οι επιπτώσεις του Εμφυλίου; Τι αποτελέσματα είχε η δικτατορία των συνταγματαρχών και πώς φωτίζει τη σχέση δημοκρατίας και ανάπτυξης; Ποιο ήταν το αποτύπωμα της Μικρασιατικής Καταστροφής; Αυτά δεν είναι ψυχρά ακαδημαϊκά ερωτήματα. Είναι διαμάχες, φορτισμένες, ορθά, με συλλογική μνήμη, οικογενειακές ιστορίες, που συχνά εντείνονται μέσα από το τραγούδι, το θέατρο και τη λογοτεχνία.
Η ελληνική ιστοριογραφία έχει προσφέρει εξαιρετικές εργασίες, συχνά μέσα από εις βάθος περιπτωσιολογικές μελέτες: αναζήτηση των αιτίων του Εμφυλίου με ενδελεχή έρευνα σε μία επαρχία ή οι επιπτώσεις της Καταστροφής μέσα από τις ζωές των προσφύγων στα παραπήγματα του Πειραιά. H προσέγγιση αυτή σέβεται την ιδιαιτερότητα και αποφεύγει τις εύκολες γενικεύσεις. Ομως εδώ αρχίζουν και τα όρια. Πρώτον, ακόμη και χωρίς πρόθεση, υπάρχει ο κίνδυνος της επιλογής των «βολικών» περιπτώσεων: εκείνων με περισσότερες πηγές ή που ταιριάζουν σε ένα αφήγημα. Δεύτερον, δεν είναι καθόλου αυτονόητο ότι όσα ισχύουν για έναν τόπο και μία στιγμή εκφράζουν συνολικά το γεγονός. O Εμφύλιος, π.χ., έχει τρεις διακριτές περιόδους και σημαντική γεωγραφική ετερογένεια. Τρίτον, με την εμμονή στην περιπτωσιολογία αποδυναμώνεται η σύγκριση, που είναι απαραίτητη για την κατανόηση των βαθύτερων αιτίων και αποτελεσμάτων, αλλά και της ελληνικής ιδιαιτερότητας: Πόσο το 1821 μοιάζει με άλλα επαναστατικά κινήματα της εποχής; Πόσο ιδιαίτερη ήταν η ενσωμάτωση των προσφύγων από τη Μικρά Ασία σε σχέση με τα εκατομμύρια των εκτοπισμένων μετά τους παγκοσμίους πολέμους;
Στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, η ελληνική Ιστορία μπορεί να ενστερνιστεί μια πιο ολιστική και συγκριτική προσέγγιση, βασισμένη σε Μεγάλα Δεδομένα. Οχι για να υποκαταστήσει τον ιστορικό και την αρχειακή έρευνα, αλλά για να συμπληρώσει την αφήγηση με τη συστηματική μέτρηση. Απογραφές, εκλογικά αποτελέσματα, χάρτες οικισμών, διοικητικά αρχεία και Τύπος μπορούν να μετατραπούν σε δομημένα, έτοιμα για ανάλυση, δεδομένα. Η ανάλυσή τους επιτρέπει να ανακαλύψουμε μοτίβα και να αναγνωρίσουμε αιτίες, μηχανισμούς και επιπτώσεις. Τα πρόσφατα Νομπέλ Οικονομικών αναγνώρισαν συγκριτική έρευνα που συνέδεσε την Ιστορία, όπως αποτυπώνεται με δεδομένα, με την ανάπτυξη μέσω των θεσμών και της κουλτούρας.
Αλλά ας γυρίσουμε στη χώρα μας. Τα τελευταία χρόνια, μαζί με τον Στέλιο Μιχαλόπουλο (Πανεπιστήμιο Μπράουν) και μια ομάδα νέων ερευνητών προσπαθούμε να φέρουμε μια σύγχρονη προσέγγιση, βασισμένη σε Μεγάλα Δεδομένα, σε ένα από τα πλέον σημαντικά γεγονότα της σύγχρονης Ελλάδας: τον βίαιο ξεριζωμό περίπου 1,5 εκατ. ορθοδόξων Ελλήνων από τη Μικρασία, την Ανατολική Θράκη, τον Πόντο, την Πόλη και την αναγκαστική μετοίκησή τους στην Ελλάδα πριν από 100 χρόνια. Ψηφιοποιήσαμε στο σύνολό τους τη γενική απογραφή του 1928 –τη μόνη που καταγράφει πρόσφυγες και γηγενείς σε περίπου 11.000 οικισμούς– και ειδικές απογραφές που αποτυπώνουν τον τόπο εγκατάστασης και προέλευσης για περίπου 220.000 οικογένειες που έλαβαν κλήρο και στέγη, κυρίως από τους μουσουλμάνους που έκαναν το ανάποδο ταξίδι.
Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να συμπληρώσει την ιστορική αφήγηση με τη συστηματική μέτρηση.
Η καταγραφή επιτρέπει νέα ευρήματα. Μπορούμε να χαρτογραφήσουμε όλους τους οικισμούς, σχεδόν 2.000, με ελληνορθόδοξη παρουσία πριν από την Καταστροφή στην Τουρκία, αλλά και στη Βουλγαρία, στην Αρμενία και στην Ουκρανία. Τα στοιχεία αναιρούν την κάπως διαδεδομένη αντίληψη ότι οι πρόσφυγες ήταν υψηλότερου μορφωτικού επιπέδου από τους γηγενείς. Ο αλφαβητισμός ήταν παραπλήσιος, ενώ στους αγρότες πρόσφυγες ήταν χαμηλότερος από τους αυτόχθονες αγρότες. Τα στοιχεία επιτρέπουν να ποσοτικοποιήσουμε τις αρνητικές επιπτώσεις στο εκπαιδευτικό επίπεδο των Ελλήνων του Πόντου και της Ιωνίας από τη βία, τα τάγματα εργασίας και τις εθνοκαθάρσεις στα τελευταία χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (1900-1920).
Συνδυάζοντας τα ψηφιοποιημένα ιστορικά αρχεία με τις μεταπολεμικές απογραφές και συγκρίνοντας αμιγώς προσφυγικούς αγροτικούς οικισμούς με γειτονικά χωριά, προκύπτουν τέσσερα κεντρικά ευρήματα: α) Αν και οι πρόσφυγες ξεκίνησαν με χαμηλότερο αλφαβητισμό, σύντομα ξεπέρασαν τους γηγενείς κατά μισό με ένα χρόνο εκπαίδευσης – επιβεβαιώνοντας την «υπόθεση του ξεριζωμένου»: οι εκτοπισμένες οικογένειες επενδύουν στο ανθρώπινο κεφάλαιο, που σε αντίθεση με τη γη δεν μπορεί κανείς να τους το κατασχέσει. β) Οι πρόσφυγες και τα παιδιά τους εμφανίζουν πολύ μεγαλύτερη κινητικότητα, μετοικώντας στις πόλεις και μεταναστεύοντας στη Γερμανία ως gastarbeiters. γ) Οι δεύτερης γενιάς πρόσφυγες, αφού ξεπερνούν τους γηγενείς σε μορφωτικό επίπεδο, εγκαταλείπουν την καλλιέργεια γης και απασχολούνται συγκριτικά περισσότερο στη βιομηχανία και στις υπηρεσίες – συντελώντας καθοριστικά στον δομικό μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας. δ) Οι πρόσφυγες με πανεπιστημιακή μόρφωση προτιμούν σπουδές με δεξιότητες μεταφερόμενες στο εξωτερικό (όπως μηχανική και όχι νομική), ακριβώς όπως προβλέπει η υπόθεση του ξεριζωμένου. Τα αποτελέσματα αυτά βασίζονται στο σύνολο των 600.000 προσφύγων που έλαβαν γη.
Η Ιστορία δεν αρκεί να αφηγείται· πρέπει και να μετράει και ιδανικά να συγκρίνει. Μια νέα ελληνική Ιστορία με Μεγάλα Δεδομένα μπορεί να συμβάλει στην κατανόηση της ταυτότητάς μας, να διορθώσει στρεβλώσεις και λανθασμένες αντιλήψεις και να συμπληρώσει τη συλλογική μνήμη μας. «Το έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικό ό,τι είναι αληθινό».
*Ο κ. Ηλίας Παπαϊωάννου είναι καθηγητής Οικονομικών στο London Business School και εταίρος της Βρετανικής Ακαδημίας. Το άρθρο συνοψίζει την ομιλία αγόρευσής του ως επιτίμου διδάκτορος του Πανεπιστημίου Πατρών.

