Δέχομαι, καλόπιστα, ότι ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έχει εκσυγχρονιστικά ένστικτα. Προσπερνώ το ιδεολογικό πρόσημο που αναγκαστικά έχει κάθε πρόταγμα εκσυγχρονισμού για να μείνω στα ελάχιστα, κοινώς αποδεκτά χαρακτηριστικά του: ακομμάτιστο κράτος, χρηστή διοίκηση, σεβασμός στο κράτος δικαίου.
Υπάρχει ένα θεμελιώδες πρόβλημα, όμως: οι εκσυγχρονιστές αποτελούν μέρος της κοινωνίας. Για να εκλεγούν και να διατηρήσουν το πλεονέκτημά τους σε ένα ανταγωνιστικό πολιτικό παίγνιο, είναι υποχρεωμένοι να μετέρχονται κοινωνικές πρακτικές που θέλουν να αλλάξουν. Αυτό είναι το παράδοξο του εκσυγχρονιστή: να χρησιμοποιεί το κομματικό κράτος για να αλλάξει το κομματικό κράτος!
Σε διάφορα επιστημονικά πεδία, το φαινόμενο αυτό αναφέρεται, με μεταφορική γλώσσα, ως «bootstrapping» για να περιγράψει διαδικασίες αυτομετασχηματισμού χωρίς εξωτερική βοήθεια. Αν το παράδοξο αυτό δεν τύχει καλού χειρισμού, παράγει προβλήματα με δομή φαύλου κύκλου: για να λύσω ένα πρόβλημα, χρησιμοποιώ μεθόδους που αναπαράγουν το πρόβλημα.
Αυτό το παράδοξο εξέφρασε ο κ. Μητσοτάκης, αναφερόμενος στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ: «Οποιος βουλευτής εκλέγεται με σταυρό […] και ισχυρίζεται πως δεν έχει κάνει ποτέ κάποια εξυπηρέτηση είναι απλώς ψεύτης. Ομως, από το 2019, αγωνίζομαι να μετατρέψω την Ελλάδα σε σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος, στο οποίο δεν θα χρειάζεται να γνωρίζεις προσωπικά τον βουλευτή προκειμένου να αντιμετωπιστείς με αξιοπρέπεια από το Δημόσιο» (6/4/25).
Τι λέει, ουσιαστικά, ο πρωθυπουργός; Ολοι κάναμε ρουσφέτια, αλλά εγώ πασχίζω να τα καταργήσω. Χάριν συζητήσεως, δεκτόν. Το ρουσφέτι, όμως, δεν είναι απλώς «εξυπηρέτηση»: δηλώνει, μετωνυμικά, ευρύτερες πρακτικές παλαιοκομματισμού (κομματοκρατία, νεποτισμό, ημετεροκρατία, διαφθορά, πελατειασμό). Τι αποσιωπά ο κ. Μητσοτάκης; Τις παλαιοκομματικές (κομματοκρατικές, ημετεροκρατικές και/ή πελατειακές) μεθόδους, υπό τον ιδεολογικό μανδύα του «επιτελικού κράτους», με τις οποίες επιχείρησε να καταπολεμήσει τον παλαιοκομματισμό. Ιδού η παράδοξη λογική: χρησιμοποιώ παλαιοκομματικές μεθόδους για να καταργήσω τις παλαιοκομματικές μεθόδους!
Πριν από ένα, σχεδόν, χρόνο ο πρωθυπουργός παραδέχθηκε: «Εγιναν σημαντικές προσπάθειες εξυγίανσης [στον ΟΠΕΚΕΠΕ]. Ομως, ας είμαστε ειλικρινείς. Αποτύχαμε» (29/6/25). Γιατί «αποτύχαμε»; Δεν μας το λέει. Αν ήθελε όντως να μάθει, θα έπρεπε να εστιάσει και στις δικές του ευθύνες. Ποιες είναι αυτές; Εν πρώτοις, διόρισε υπουργούς Γεωργίας δύο παλαιοκομματικούς πολιτικούς (Αυγενάκη και Βορίδη), τους οποίους προστάτευσε από παραπομπή σε προανακριτική επιτροπή της Βουλής (και, μάλιστα, διά της καταχρηστικής χρήσης της επιστολικής ψήφου), ενώ η σχετική εξεταστική κοινοβουλευτική επιτροπή (την οποία ήλεγχε το κόμμα του) «κατασκεύασε» την απαλλαγή τους. Δεύτερον, οι υπουργοί του διόρισαν, ως επί το πλείστον, με δική του υπόδειξη ή όχι, επικεφαλής του ΟΠΕΚΕΠΕ ανθρώπους με σαφή διασύνδεση με το κυβερνών κόμμα. Ο κ. Δ. Μελάς, λ.χ., πρώην υποψήφιος ευρωβουλευτής, πρωταγωνιστής διαφόρων διαλόγων στις δικογραφίες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Οταν μιλούν μαζί του οι βουλευτές της Ν.Δ., είναι εμφανές ότι μιλούν με έναν κολλητό.
Για να εκλεγεί είναι υποχρεωμένος να μετέρχεται κοινωνικές πρακτικές που θέλει να αλλάξει.
Ιδού η μεγάλη εικόνα: ο πρωθυπουργός διορίζει και προστατεύει δύο παλαιοκομματικούς υπουργούς Γεωργίας, οι οποίοι διορίζουν, ως επί το πλείστον, κομματικούς φίλους ως προέδρους του ΟΠΕΚΕΠΕ, οι οποίοι, με τη σειρά τους, είναι ευεπίφοροι σε κομματικές πιέσεις για ρουσφέτια. Ποιο είναι το σταθερό μοτίβο; Το κομματικό και, κατ’ επέκτασιν, πελατειακό κράτος. Ποιο ήταν το αποτέλεσμα; Εκλογικά οφέλη (π.χ. στην Κρήτη). Ας κάνουμε την καλόπιστη παραδοχή ότι ο κ. Μητσοτάκης χρησιμοποίησε πελατειακά τον ΟΠΕΚΕΠΕ για να αντλήσει πολιτικά οφέλη προκειμένου να προωθήσει το εκσυγχρονιστικό έργο του σε άλλους τομείς. Πώς αντιμετώπισε το παράδοξο αυτό; Διά της αποσιώπησης.
Προκειμένου η πρωθυπουργική αναφορά σε «διαχρονικές αδυναμίες» να μην είναι παραπλανητική, όφειλε να συνοδεύεται με έμπρακτη αναδοχή των ευθυνών του. Κάτι τέτοιο θα ενίσχυε την αξιοπιστία του ως εκσυγχρονιστή. Θα αναδείκνυε ότι δεν είναι μόνο οι «άλλοι» (οι αναχρονιστές) που πρέπει να αλλάξουν, αλλά και ο ίδιος. Οι πολίτες σε εμπιστεύονται όταν αισθάνονται ότι διακινδυνεύεις κάτι πολύτιμο – το πολιτικό κεφάλαιό σου.
Ο κ. Μητσοτάκης δεν το έκανε. Ενώ καταδικάζει τη ρουσφετολογία στον ΟΠΕΚΕΠΕ, προστατεύει τους πρώην υπουργούς του και, εμμέσως, τις επιλογές τους. Πασχίζοντας να ελαχιστοποιήσει την πολιτική ζημία, παραμένει στο ίδιο πλαίσιο που παρήγαγε το πρόβλημα – υπερασπίζει σιωπηλά το κομματικό κράτος. Πιστεύει ότι οργανωτικού τύπου αλλαγές (υπαγωγή του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ) αρκούν. Δεν αρκούν, αν ο εκσυγχρονισμός θεωρηθεί ένα ευρύτερο πρόταγμα θεσμικής ανάταξης της χώρας και όχι επιμέρους διευθέτηση.
Το παράδοξο του εκσυγχρονιστή επιλύεται όταν αυτός μετακινηθεί στο μετα-επίπεδο, ώστε να δει την παράδοξη κυκλικότητα του προβλήματος (δηλαδή εκσυγχρονίζω το κράτος μετερχόμενος παλαιοκομματικές πρακτικές). Αν ο κ. Μητσοτάκης το κάνει αυτό, θα δει τη «δική του» διαχρονική συμμετοχή στη διαιώνιση του προβλήματος – από τις πελατειακές ρυθμίσεις Παυλόπουλου μέχρι τα ρουσφέτια στην ΑΓΡΟΓΗ, τον διορισμό ημετέρου ως διοικητή της ΕΥΠ κ.λπ. Το μετα-επίπεδο αναδεικνύει τις ευθύνες του (παραταξιακές και προσωπικές) για τις οποίες είναι ηθικοπολιτικά υπόλογος και τις οποίες ουδέποτε αναδέχθηκε. Στον απόηχο του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ, ποιον διόρισε υφυπουργό Γεωργίας (μέχρι την εξευτελιστική παραίτησή του); Ενα ημέτερο τέκνο του επιθετικού παλαιοκομματισμού!
Για να προστατεύσει το κομματικό πολιτικό κεφάλαιό του, ο πρωθυπουργός είναι υποχρεωμένος να υποκρίνεται. Και όσο υποκρίνεται, τόσο περαιτέρω μειώνεται το προσωπικό πολιτικό κεφάλαιό του. Ενας ακόμη φαύλος κύκλος.
*Ο κ. Χαρίδημος Κ. Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και ερευνητής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Warwick.

