Ενας άνδρας μπαίνει οπλισμένος με μια καραμπίνα σε μια δημόσια υπηρεσία και πυροβολεί έναν υπάλληλο στο πόδι. Δεν τον ελέγχει κανείς. Ούτε όταν μπαίνει ούτε όταν βγαίνει. Διότι μετά τον τραυματισμό του υπαλλήλου σταματάει ένα ταξί και πηγαίνει σε μια άλλη δημόσια υπηρεσία, στην άλλη άκρη της Αθήνας και επαναλαμβάνει τα ίδια. Αυτή τη φορά τραυματίζει δύο ή τρεις αν δεν κάνω λάθος. Αλλο ταξί, με το οποίο αυτή τη φορά πηγαίνει στην Πάτρα από την Αθήνα. Θέλει να πάρει το πλοίο για να πάει στην Ιταλία και από κει στο Στρασβούργο όπου σκοπεύει να πυροβολήσει υπαλλήλους που εργάζονται εκεί. Στον κόσμο μας, όπου καθημερινά σχεδόν ακούς για ένοπλες επιθέσεις με νεκρούς, όπου ο φόνος δεν αποτελεί καν εξαίρεση στην ομαλή ροή της καθημερινότητας, η υπόθεση με τον άνδρα δεν έχει τίποτε το ιδιαίτερο. Αν εξαιρέσεις το γεγονός ότι οι δημόσιες υπηρεσίες στη χώρα μας είναι ξέφραγο αμπέλι. Αυτό όμως το ξέραμε, ούτως ή άλλως. Η υπόθεση με τον άνδρα, όμως, έχει ορισμένα χαρακτηριστικά που την κάνει, αν όχι μοναδική, τουλάχιστον εντελώς ιδιαίτερη. Ο άνδρας είναι 89 ετών, και μπράβο του. Είναι προφανώς σε εξαιρετική φυσική κατάσταση, για την ηλικία του εντυπωσιακά καλή. Eχει νοσηλευθεί για ψυχολογικά προβλήματα. Είναι μάλλον προφανές ότι η νοσηλεία δεν απέδωσε. Παρ’ όλα αυτά διατηρεί τη διαύγειά του και εξηγεί στον ανακριτή ότι όλα αυτά τα έκανε επειδή δεν του δίνει σύνταξη ο ΕΦΚΑ. Δεν είναι άπορος. Eχει μία σύνταξη από την Αμερική, μία από τη Γερμανία και εισπράττει ανά μήνα γύρω στις 3.000 ευρώ. Oμως, αυτός θέλει και τη σύνταξη του ΕΦΚΑ. Τον πνίγει το δίκιο. Γιατί η πατρίδα του δεν του αποδίδει αυτό που χρωστάει σε κάθε Eλληνα πολίτη, τη σύνταξη, τη δικαίωση μιας ολόκληρης ζωής. Η υπόθεση του ψυχασθενούς είναι χαρακτηριστική για τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε ως κοινωνία τη σύνταξη. Είναι ο στόχος της ζωής μας. Στόχος δεν είναι η επαγγελματική επιτυχία, στόχος είναι να φτάσεις στην ημέρα εκείνη όπου θα εισπράττεις τη σύνταξη.
Αυτή είναι η μία πλευρά της υπόθεσης. Η άλλη, αυτή που επηρεάζει κατά μείζονα λόγο την κοινωνική μας συμπεριφορά και είναι εξίσου δημοκρατικά μοιρασμένη με το δικαίωμα στη σύνταξη, είναι το δικαίωμα στον θυμό. Ο θυμός είναι κοινωνικό δικαίωμα. Απλώς παραλλάσσουν οι αιτίες που τον προκαλούν και οι τρόποι με τον οποίον εκφράζεται. Από τη λεκτική βία έως τη χειροδικία και τη δολοφονική βία, ο θυμός είναι το πιο διαδεδομένο συναίσθημα στην κοινή μας ζωή. Μιλάμε για έλεγχο της αστυνομίας που θα περιορίσει τα τροχαία, για παιδεία και διάφορα άλλα ηθικολογικά. Δεν σκεφτόμαστε ότι το κίνητρο του οδηγού που παραβιάζει όλους τους κανόνες αδιαφορώντας για τους υπόλοιπους, ακόμη και για τον εαυτό του ή τα παιδιά του, είναι ο θυμός. Θυμός εναντίον ποίου; Και γιατί είναι θυμωμένος; Δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ότι ξόδεψε μια περιουσία για να αγοράσει ένα μηχάνημα που του επιτρέπει να βγάλει τον θυμό του.
«Μῆνιν άειδε, θεά, Πηληιάδεω Αχιλῆος». Η πρώτη λέξη του πρώτου ελληνικού ποιήματος, της Ιλιάδας είναι η λέξη μῆνις, η οργή. Ο θυμός στο έπος έχει πολλές σημασίες, μεταξύ αυτών είναι η ψυχή, αλλά και η οργή με τη σημερινή σημασία. Είναι εντυπωσιακό ότι από όλες τις σημασίες της η λέξη έχει κρατήσει σήμερα αυτή της οργής. Διατηρώντας ενδεχομένως στο ασυνείδητο τη σχέση της οργής με την ψυχή. Eχεις ψυχή αν είσαι θυμωμένος. Για καλό και για κακό. Για να αισθανθούμε ότι υπάρχουμε οφείλουμε να είμαστε οργισμένοι εναντίον κάποιων εχθρών. Από εκεί γεννιέται η ιστορία του «ανάδελφου έθνους» που όλοι το εχθρεύονται. Από εκεί και ο διαχωρισμός του υπόλοιπου κόσμου σε φιλέλληνες και ανθέλληνες. Νομίζω ότι δεν υπάρχουν αντιφινλανδοί ή φιλοαιγύπτιοι. Iσως αν εξαιρέσουμε την επιτροπή των αντιαμερικανικών υποθέσεων του Μακάρθι. Κι όταν δεν έχουμε εχθρούς για να ξεσπάμε την οργή μας, τότε τη στρέφουμε κατά του εαυτού μας. Είναι η περίφημη έλξη που ασκούν στην κοινωνία μας οι εμφύλιες συγκρούσεις. Η σημερινή εξάπλωση της βίας, από την εφηβεία έως τον γέροντα των 89 ετών, είναι η παραφθορά αυτού του αισθήματος που κατοικεί βαθιά μέσα μας. Χαρακτηριστικός ο τρόπος με τον οποίον αποδεχόμαστε τον θυμό μας ως ελαφρυντικό της βίας.
Από τον Oμηρο στον στρατηγό Μακρυγιάννη. Ο άνθρωπος που ενσάρκωσε την ελληνική ψυχή για τον Σεφέρη και τον Θεοτοκά, αυτός που επηρέασε το συλλογικό μας φαντασιακό, ειδικά στην περίοδο της μεταπολίτευσης, είναι θυμωμένος. Θυμωμένος με όλους. Ο μόνος που γλιτώνει από τη δύναμη του θυμού του είναι ο εαυτός του. Θα έλεγα τυπικός Eλληνας, αν δεν ήξερα πολλούς οι οποίοι μόλις ξυπνούν το πρωί κοιτάζονται στον καθρέφτη για να τσακωθούν με τον εαυτό τους.
Iσως κάποια μέρα να γραφτεί κάποιο έργο το οποίο θα μελετάει τον ρόλο που έπαιξε ο θυμός στην επιβίωση του έθνους. Με τόσους κατακτητές θα είχαμε επιβιώσει αν δεν μας παρότρυνε ο θυμός μας να βρίσκουμε τον εαυτό μας; Θυμώνω, άρα υπάρχω.

