Διαφθορά και εθνικές εξάρσεις

5' 16" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Η ύπαρξη διαφθοράς προϋποθέτει κανόνες, θεσμοθετημένους ή άτυπους, καθώς αν δεν παραβιάζεται κάποιος κανόνας δεν υπάρχει διαφθορά ή, ίσως, υπάρχει, αλλά με βάση αξίες και κανόνες άλλων προσώπων ή κοινωνικών συστημάτων. Η διαφθορά δημιουργεί δύναμη, εξουσία, πλούτο και ασυμμετρίες (οικονομικές, πολιτικές κ.ά.) στο εσωτερικό μιας κοινωνίας. Eχει όμως και ισχυρές αρνητικές συνέπειες. Διαβρώνεται το ηθικό υπόβαθρο της κοινωνίας και μια κουλτούρα διαφθοράς απλώνεται ευρύτερα στη λειτουργία της. Κυρίως, όμως, η ιστορία της εξέλιξης δείχνει ότι, κατ’ αρχάς, κοινωνίες με ισχυρή διαφθορά χαρακτηρίζονται από αδύναμες επιδόσεις.

Διαφθορά είναι τόσο η αρχική όσο και η δευτερογενής πράξη, με την οποία προσπαθεί κάποιος να συγκαλύψει τη διαφθορά. Επίσης, ένα ζήτημα είναι οι αντιδράσεις όσων εμπλέκονται οι ίδιοι σε διαδικασίες διαφθοράς και ξέχωρο ζήτημα η ευρύτερη κινητοποίηση υποστηρικτών της διαφθοράς, που εναντιώνονται στην αποκάλυψή της, με το επιχείρημα ότι αυτό προκαλεί ανωμαλία στην πολιτική – κοινωνική ζωή της κοινωνίας. Η στάση αυτή δίνει λαβή σε διάφορες υποθέσεις.

Η διαφθορά στο δημόσιο πεδίο συνιστά έναν άτυπο φόρο, που επιβάλλεται σε όσους πιέζονται να τον καταβάλουν, προκειμένου να επιτύχουν κάτι παράνομο ή ακόμη και νόμιμο. Συνιστά και μια άνομη συναλλαγή, στην οποία ο εκβιασμός γίνεται με τη σκόπιμη θέσπιση ή αξιοποίηση διαδικασιών και πρακτικών εμποδίων, με σκοπό να ζητήσει ο πολίτης την εξυπηρέτησή του, καταβάλλοντας ένα αντάλλαγμα, π.χ. χρήμα ή ψήφο. Σε χρηματικές συναλλαγές, σε αντίθεση με τους τυπικούς φόρους που ενισχύουν τα δημοσιονομικά, ο φόρος διαφθοράς πηγαίνει στο ταμείο του ατόμου ή του φορέα που τον επιβάλλει. Συνεπώς, μειώνονται οι δημόσιοι πόροι για άλλες δράσεις (επενδύσεις, κοινωνική πολιτική κ.ά.), εις βάρος της κοινωνίας. Ο Γιάννης Μαρίνος αναφέρει το ποσό των 2,68 δισ. ευρώ (δηλαδή 1,1% του ΑΕΠ) ως συνολική ζημία των ανοικτών ελληνικών θεμάτων που χειρίζεται η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.

Διαφθορά υπάρχει σε κάθε κοινωνία, με πολλές διαβαθμίσεις. Το κεντρικό ερώτημα δεν είναι αν σε μια κοινωνία υπάρχει ή όχι διαφθορά. Είναι σε τι βαθμό υπάρχει, με τι συνέπειες και αν λαμβάνονται ουσιαστικά μέτρα εναντίον της. Διεθνείς ταξινομήσεις δείχνουν μια σοβαρή και σταθερή υστέρηση της Ελλάδας στα πεδία της διαφθοράς, της αποτελεσματικής διακυβέρνησης και του κράτους δικαίου. Στη χώρα μας, επίσης, πολλές δημοσκοπήσεις δείχνουν μια καθολική αναξιοπιστία των περισσότερων δημόσιων θεσμών στα μάτια της κοινής γνώμης. Τόσοι άνθρωποι δεν καθοδηγούνται. Βλέπουν οι ίδιοι τι συμβαίνει γύρω τους και κρίνουν.

Τους τελευταίους μήνες, η ελληνική κοινωνία δοκιμάζεται από την αποκάλυψη της διαφθοράς στον ΟΠΕΚΕΠΕ. Είναι ειρωνεία ότι για χρόνια η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται σε θέματα διαφθοράς ή ανικανότητας της δημόσιας διοίκησης, ενώ ζωτικά θέματα για το σήμερα ή το μέλλον της χώρας εξοστρακίζονται. Επιπλέον, διαπιστώνουμε –για πολλοστή φορά– το γνωστό παίγνιο: να εκτρέπεται η συζήτηση από το κεντρικό ερώτημα «έγιναν ή δεν έγιναν πράξεις διαφθοράς;», το οποίο θα κριθεί από το αρμόδιο δικαιικό σύστημα, στο αδιάφορο και ψιλοκουτσομπολίστικο ερώτημα «για ποιους λόγους ή με τι κίνητρα αποκαλύφθηκε η διαφθορά ή τι κρύβεται πίσω από την αποκάλυψη της διαφθοράς» ή γιατί κάποιο πρόσωπο φορούσε καπέλο ή καθόταν σταυροπόδι όταν μιλούσε για τη διαφθορά και τι μπορεί να κρυβόταν πίσω από αυτό.

Στον δημόσιο ρητορικό χείμαρρο που ξεσηκώθηκε, διατυπώθηκαν σοβαροί ισχυρισμοί από πρόσωπα με ισχυρή θεσμική παρουσία στη ζωή του τόπου, ότι είμαστε αντιμέτωποι με «συμμορία» και πολλά άλλα. Ετσι έχουμε μια ιδιόμορφη πραγματικότητα: πρώτον, η Ευρωπαϊκή Ενωση μέσω βασικών θεσμών της απαγγέλλει εις βάρος της Ελλάδας ανυπόστατες κατηγορίες και, δεύτερον, η Ελλάδα θεωρεί ότι είναι μέλος μιας Ευρώπης, θεσμοί της οποίας αποτελούν «συμμορία», έχουν δόλιους στόχους και λειτουργούν με ανεύθυνα πρόσωπα, που, ακόμη και αν έχουν δίκιο σε όσα καταγράφουν, αποβλέπουν στο να αναστατώσουν την ιστορία και τις συνήθειές μας. Βέβαια, σε πρόσφατη απόφαση της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου για αρχειοθέτηση δικαστικής απόφασης για τις υποκλοπές, διατυπώθηκε η –σωστή κατ’ αρχάς– πολιτική σύσταση ότι «η αντιπολίτευση πρέπει να σεβαστεί αυτό που λέει η Δικαιοσύνη, ως ένδειξη αυτονόητου σεβασμού στην ανεξαρτησία των εξουσιών». Παραμυθένιο ηχεί.

Είναι εφικτή μια σιωπηλή διακομματική συνεννόηση ότι, όταν αποκαλύπτονται περιπτώσεις διαφθοράς, δεν χρειάζεται να υπονομεύεται η εικόνα όλης της χώρας και του πολιτικού συστήματος από άστοχες και ανεύθυνες δημόσιες δηλώσεις;

Με τα παραπάνω τίθεται ένα σοβαρότατο ερώτημα. Οταν το ευρωπαϊκό σύστημα μας βλέπει με στραβό μάτι και μας κατηγορεί άδικα, μήπως πρέπει να αποστασιοποιηθούμε, ακόμη και να αποχωρήσουμε; Μήπως το ίδιο ισχύει και αν εμείς θεωρούμε ότι η Ε.Ε. λειτουργεί με συμμορίες; Μπορούμε να συνυπάρξουμε με τέτοιους όρους; Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής αυτό δεν το είχε προβλέψει. Ομως, πόσο πια θα ανεχόμαστε τέτοια συμπεριφορά από την Ε.Ε. για λίγα (3,5) ψωροδισεκατομμύρια ευρώ τον χρόνο; Εντάξει, ως χώρα ψηφίσαμε το 2007 τη Συνθήκη της Λισσαβώνας, που προέβλεπε την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, ψηφίσαμε και τον κανονισμό ίδρυσής της το 2017, αλλά δεν φανταστήκαμε ότι θα εξελισσόταν σε ένα θεσμό που, με τον τρόπο που κάνει τη δουλειά του, μας εκθέτει.

Πέρα από αυτά, υπάρχει και ένα πολύ διαφορετικό πρόβλημα που μας εκθέτει. Σε αντίθεση με παλαιότερες πεποιθήσεις, ο χρόνος έδειξε ότι συχνά η διαφθορά δεν εμποδίζει θεαματικές επιδόσεις. Μεταξύ 2009 και 2025, στην Τουρκία π.χ., η πολιτική της οποίας απέναντι στη διαφθορά είναι πολύ χειρότερη από αυτή της Ελλάδας, έχει αυξηθεί το πραγματικό ΑΕΠ κατά 87,4%, έναντι μείωσης (-5,%) της Ελλάδας και +15% με +18% των Ισπανίας και Πορτογαλίας. Δηλαδή, σε όρους μεγέθυνσης βρισκόμαστε πίσω ακόμη και από χώρες με πολύ μεγαλύτερη διαφθορά. Στην ουσία, συνδεόμαστε –ξανά– με ένα «παράδοξο»: στον μακρύ χρόνο, υστερούμε σε επιδόσεις σε σύγκριση με χώρες που έχουν μικρότερο αλλά και με χώρες που έχουν μεγαλύτερο βαθμό διαφθοράς. Μήπως και γι’ αυτό ευθύνεται η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Μήπως, τελικώς, αυξάνοντας τον βαθμό διαφθοράς μας, μπορεί να πετύχουμε κάτι καλύτερο;

Συνοψίζοντας: Η διαφθορά είναι εγγενής στην ελληνική πολιτική σκηνή, με διάφορες μορφές και βάρος, με πολύμορφες εκφράσεις και με διαφορετική εμπλοκή προσώπων. Να μηδενιστεί είναι ουτοπικό. Να περιοριστεί όμως, δεν είναι. Το ζητούμενο είναι μια κάπως διαφορετική ισορροπία μεταξύ προσωπικής-κομματικής ιδιοτέλειας και συλλογικής-δημόσιας σφαίρας. Απέναντι στα προβλήματα που διαγράφονται, η χώρα δεν έχει την πολυτέλεια να προχωράει έτσι. Αν αδιαφορία για το σήμερα είναι επιλήψιμη, αδιαφορία για το αύριο είναι μορφή ασήκωτης διαφθοράς.

Για να ολοκληρώσω με μια απελπισμένη σκέψη: Είναι εφικτή μια σιωπηλή διακομματική συνεννόηση ότι, πρώτον, μέσα σε μια πενταετία θα μειωθεί από κοινού το επίπεδο διαφθοράς κατά κάποιο μέγεθος και, δεύτερον, ότι όταν αποκαλύπτονται περιπτώσεις διαφθοράς, όσοι έχασαν, έχασαν και να υποστούν τις συνέπειες, και δεν χρειάζεται να υπονομεύεται και η εικόνα όλης της χώρας και του πολιτικού συστήματος από άστοχες, ανεύθυνες, ακόμη και προκλητικές δημόσιες δηλώσεις;

*Ο κ. Τάσος Γιαννίτσης είναι ομότιμος καθηγητής του ΕΚΠΑ, πρώην υπουργός.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT