Στην ελληνική στρατηγική κουλτούρα το υποβρύχιο λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής ισχύος και εργαλείο αποτροπής, επειδή η χώρα περιβάλλεται από τέσσερις θάλασσες. Υπάρχει μια ένδοξη παράδοση που ξεκινάει με τη δοκιμή του πειραματικού υποβρυχίου Nordenfelt το 1886 και συνεχίζεται το 1912, όταν το «Δελφίν» εκτελεί την πρώτη παγκοσμίως επίθεση με τορπίλη κατά του τουρκικού καταδρομικού «Μετζιτιέ» κοντά στην Τένεδο. Η πορεία αυτή κορυφώνεται στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν το θρυλικό «Παπανικολής» και άλλα ελληνικά υποβρύχια διεξήγαν επιχειρήσεις μεγάλης επικινδυνότητας εναντίoν εχθρικών πλοίων στο Αιγαίο και το Ιόνιο. Το «Γλαύκος» και το «Νηρεύς» απέπλευσαν για τη μαρτυρική Κύπρο μια μέρα μετά την τουρκική εισβολή του 1974, αλλά για αδιευκρίνιστους ακόμη λόγους δεν είχαν δυστυχώς στρατιωτική εμπλοκή. Πιο πρόσφατα, τα υποβρύχιά μας έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη διαχείριση της κρίσης του 2020. Με τη συνεχή συλλογή πληροφοριών και την υψηλή τους επιχειρησιακή ετοιμότητα, συνέβαλαν καθοριστικά στην αποφυγή θερμής σύγκρουσης.
Η Ανατολική Μεσόγειος αποτελεί ένα σύνθετο επιχειρησιακό περιβάλλον, με πολλούς κρατικούς δρώντες να διατηρούν ισχυρή ναυτική παρουσία. Οι μονάδες επιφανείας είναι όμως εκτεθειμένες σε επιθέσεις αεροσκαφών και μη επανδρωμένων συστημάτων, λόγω του μεγάλου ίχνους τους και της δυσκολίας απόκρυψης σε ένα πεδίο αυξημένης επιτήρησης. Αντιθέτως, τα υποβρύχια συνεχίζουν να συνδυάζουν επιβιωσιμότητα, ευελιξία και δυνατότητα αιφνιδιαστικού πλήγματος. Η τεχνολογική εξέλιξη είναι δε ραγδαία· αποτελούν πλέον πλατφόρμες μάχης πολλαπλών δυνατοτήτων, με προηγμένα συστήματα αισθητήρων και όπλων, που τους επιτρέπουν να επιχειρούν με μεγάλη αυτονομία.
Για την Ελλάδα, ειδικά, τα υποβρύχια αποτελούν σημαντικό εξισωτή στρατιωτικής ισχύος. Οι θάλασσές μας διαθέτουν ποικιλόμορφο βυθό, με υποθαλάσσια βουνά και βαθιές λεκάνες, που δυσκολεύουν τον εντοπισμό τους. Η συχνή αβεβαιότητα ως προς την ακριβή θέση ενός υποβρυχίου αναγκάζει τον αντίπαλο να δεσμεύει δυσανάλογους πόρους για ανθυποβρυχιακή άμυνα, περιορίζοντας την ελευθερία κινήσεών του. Τα υποβρύχιά μας προστατεύουν νησιά και βραχονησίδες, ενεργειακά συμφέροντα, υποθαλάσσια καλώδια και θαλάσσιες οδούς, ενώ μπορούν να επιχειρούν παντού χωρίς να προκαλούν κλιμάκωση. Επίσης, η πρόσφατα αποκτηθείσα δυνατότητα πλήγματος με τορπίλες βαρέως τύπου επιτρέπει στα ελληνικά υποβρύχια να στοχεύουν εχθρικές βάσεις και κρίσιμες υποδομές. Η σταδιακή εισαγωγή και επιχειρησιακή αξιοποίηση μη επανδρωμένων υποβρύχιων συστημάτων εκτιμάται ότι θα συμβάλει ακόμη περισσότερο στην ενίσχυση της ελληνικής θαλάσσιας αποτροπής.
Σε μια περιοχή όπου η ισχύς προβάλλεται συνεχώς από την αντίπαλη πλευρά, το υποβρύχιο είναι ένα από τα ελάχιστα μέσα που μπορούν να αλλάξουν την ισορροπία δυνάμεων υπέρ της Ελλάδας. Ο υποβρυχιακός μας στόλος ακόμη παραμένει από τους ισχυρότερους στην Ανατολική Μεσόγειο, με κορμό τις τέσσερις μονάδες κλάσης 214 που διαθέτουν το σύστημα αναερόβιας πρόωσης και εξαιρετικά χαμηλό ακουστικό ίχνος. Ωστόσο, οι υπόλοιπες μονάδες πλησιάζουν το τέλος της επιχειρησιακής ζωής τους και χρειάζεται να αντικατασταθούν μέχρι τα μέσα της επόμενης δεκαετίας. Σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες, το Πολεμικό Ναυτικό ήδη εξετάζει διάφορες προτάσεις από ευρωπαϊκές και ασιατικές εταιρείες. Για προφανείς λόγους, οι έμπειροι αξιωματικοί του κλάδου μπορούν να τις αξιολογήσουν καλύτερα από όλους και να κάνουν τις κατάλληλες εισηγήσεις προς την πολιτική ηγεσία.
Σε στρατηγικό επίπεδο, πάντως, ο νέος τύπος υποβρυχίων πρέπει να διασφαλίσει την ελληνική ναυτική υπεροχή στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Πέρα από την υψηλή αυτονομία και το χαμηλό ίχνος, απαιτείται ικανότητα δικτυοκεντρικών επιχειρήσεων και δυνατότητα πλήγματος με πυραύλους «Κρουζ». Μόνο έτσι θα προστατευτούν η εθνική ασφάλεια και τα ελληνικά συμφέροντα. Η απόφαση για την επόμενη γενιά των ελληνικών υποβρυχίων δεν πρέπει λοιπόν να καθυστερήσει, λόγω πολιτικών ή οικονομικών συγκυριών. Παραμένοντας πιστοί στη ναυτική παράδοση, οφείλουμε να σταθούμε ισχυροί στις θάλασσές μας.
*Ο κ. Μάνος Καραγιάννης είναι καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και Reader in International Security στο King’s College London.

