Η σενιορίτα και η λεοπάρδαλη

1' 51" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

«Η Avenida λαμπύριζε από σκουπίδια, αποφάγια, σκισμένες γιρλάντες». Χωμένη στις λέξεις της Ερσης Σωτηροπούλου «είμαι εγώ, είμαι εγώ», επιμένει. Στην καινούργια νουβέλα που έχει το όνομά της, «Σενιορίτα», μια άχρηστη σκέψη μένει καρφωμένη σαν σκλήθρα στο μυαλό της γυναίκας. Δοκιμάζει να την πατικώσει. «Αγρια νοσταλγία για ένα χάδι, ένα απλό άγγισμα στον λαιμό στη διάρκεια μιας συνάντησης, […] μια άθλια ερωτική ιστορία επώδυνη. Μια εμπειρία τραυματική, μια συντριβή που ποτέ δεν συνέβη, εγκλωβισμένη σε έναν κυκεώνα γεγονότων που κλωθογύριζαν. […] Και πώς ήταν δυνατόν η εξώπορτα να έχει μείνει ανοιχτή;».

Στην πρώτη γυναικοκτονία αυτής της χρονιάς, στο πρώτο «ρεζιλίκι» μιας άθλιας σεζόν σαν ετούτη και σαν την προηγούμενη, ο «παιχταράς» φώναξε «Ψόφα σαν σκυλί», πριν η γυναίκα χάσει τις αισθήσεις της. Παρότι η αστυνομία είχε κληθεί και στο παρελθόν στο σπίτι για καβγάδες και φωνές, παρότι στη γειτονιά ήταν γνωστό ότι ο «παιχταράς» φερόταν βίαια, κανείς δεν έσωσε το κορίτσι.

«Μνήμες ανυπόφορες, μνήμες αιμοσταγείς». Η λεοπάρδαλη στο εξώφυλλο του νέου βιβλίου της Λένας Κιτσοπούλου έχει τεράστιο γυναικείο στήθος, κρατάει τσιγάρο και στο ανοιχτό στόμα προβάλλουν δύο μυτεροί κυνόδοντες. Η ηρωίδα μιλάει και κλαίει με δύο φωνές, τη γυναικεία της Κικίτσας και την ανδρική του Λάμπρου. Ο αρσενικός εαυτός παλεύει με τον θηλυκό μέσα στο ίδιο σώμα. «Ρεζίλια. Ρεντίκολα και ξεφτιλίκια. Κι αφού έβρισε τον εαυτό της με τον χειρότερο τρόπο, αφού έσπρωξε με τη μαλλιαρή της γλώσσα τα δόντια της από την πίσω μεριά, αφού μασούλησε τα χείλια της και τα μάτωσε, θέλησε να πιστέψει ότι φυσικά δεν ήταν ερωτευμένη, γιατί και μόνο οι λέξεις ερωτευμένη/έρωτας/ερωτευμένος της προκαλούσαν εκείνη την ώρα σύγκρυο αυτοκαταστροφικό».

Από εκείνο το πρόωρο, συγκλονιστικό «Εορταστικό τριήμερο στα Γιάννενα» του 1982, η Σωτηροπούλου γράφει: «Να φοβάσαι την “κακή” πλευρά κι ας έχεις μια παράφορη ελπίδα». Να προσέχεις, σινιορίτα, «η Taqueria έχει σχεδόν αδειάσει, οι παρκαδόροι χιμούν με απλωτές στην υγρή νύχτα».

Και η Κιτσοπούλου το ίδιο λέει, με τον θυμό των ’80s που αγρίεψαν κι άλλο στο millennial, για την Ελλάδα των αδέσποτων σκυλιών, των κακών πλαστικών επεμβάσεων και των καφενείων. Για τα δύο φύλα σε ένα σώμα που ντουμπλάρει τον εαυτό του κάτω από τη μύτη του αδελφού –«θα σε γ** αν κάνεις μ**ς»–, για τη σειρήνα του ασθενοφόρου που αντηχεί στην αλάνα δίπλα στο γήπεδο.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT