Αν γυρίσουμε ακριβώς τρία χρόνια πίσω, στον απόηχο της τραγωδίας των Τεμπών, και θυμηθούμε τη συζήτηση για τις εκλογές που τότε ήταν κυριολεκτικά «στη γωνία», άπαντες προεξοφλούσαν σοβαρή ζημία για τη Ν.Δ. Οι εκλογές έγιναν, μάλιστα δύο φορές, και η Ν.Δ. κατόρθωσε να φτάσει σε ένα ποσοστό κοντά στο 41%, εξασφαλίζοντας μια δεύτερη κυβερνητική θητεία. Οι λόγοι που η αντιπολίτευση απέτυχε να έχει κέρδη έναντι μιας κυβέρνησης που –και τότε όπως και τώρα– βρισκόταν στο επίκεντρο μιας ατμόσφαιρας θυμού και απογοήτευσης, έχουν αναλυθεί επαρκώς και εξαντλητικά. Εχουν όμως περάσει έκτοτε τρία χρόνια και εντός των επόμενων 12 μηνών θα έχουμε ξανά βουλευτικές εκλογές. Αν η κυβέρνηση επαναπαυθεί στη διαχείριση, με βασικό σενάριο πως ό,τι συνέβη το 2023 μπορεί να επαναληφθεί, είναι πιθανόν να βρεθεί προ δυσάρεστων εκπλήξεων. Οπως, επίσης, αν η αντιπολίτευση επιμείνει στη στείρα καταστροφολογία, θα βρεθεί προ δυσάρεστου αδιεξόδου. Η αλήθεια είναι ότι για τα μεγάλα ζητήματα που έχει να αντιμετωπίσει η χώρα, που είναι η παγκόσμια οικονομική επιβράδυνση –και πολύ περισσότερο η ευρωπαϊκή–, το ολοένα και διευρυνόμενο διαγενεακό χάσμα και η παράλληλη, αλλά γραμμικά εξελισσόμενη, διαδικασία εξαΰλωσης της μεσαίας τάξης, το επίπεδο της συζήτησης είναι απλώς τραγικό.
Φυσικά τις κυβερνήσεις και τη μορφή τους δεν καθορίζει κανείς άλλος από τους ψηφοφόρους. Οταν έλθει εκείνη η ώρα, θα μάθουμε. Αλλά εάν βασιστούμε στις τρέχουσες μετρήσεις της κοινής γνώμης, με τα γνωστά προβλήματα, τότε μπορούμε να υποθέσουμε ότι οι επόμενες εκλογές δύσκολα θα δώσουν ξανά μια κυβέρνηση αυτοδύναμη. Στην Ελλάδα οι κυβερνήσεις συνεργασίας κατά τη Μεταπολίτευση δεν ήταν πολλές για λόγους που είναι αντιληπτοί στους μεγαλύτερης ηλικίας ψηφοφόρους. Οσο, όμως, κοιτάζει κάποιος τη συμπεριφορά των νεότερων, αντιλαμβάνεται ότι η «κυβερνησιμότητα» της χώρας δεν τους απασχολεί. Το πραγματικό ερώτημα είναι «ποιες πολιτικές δυνάμεις» μπορούν να συνεργαστούν για να επιτύχουν τον στόχο της κυβερνησιμότητας, όταν εντός Βουλής –όπως όλα δείχνουν– θα «συνωστίζονται» και κόμματα που έχουν στο επίκεντρο της ύπαρξής τους τη ρητορική καταγγελίας με τη γενικότερη έννοιά της.
Βεβαίως, αυτή είναι και η αξία της Δημοκρατίας. Να μπορούν να διεκδικήσουν την ψήφο ακόμη και κομματικοί σχηματισμοί χωρίς κάποια ιδεολογική κατεύθυνση ή πολιτική ατζέντα. Κανείς δεν ξέρει ποια μπορεί να είναι η νέα κυβέρνηση πριν διεξαχθούν οι εκλογές. Θα πρέπει, όμως, τα κόμματα να αρχίσουν να παρουσιάζουν τις θέσεις τους και για τα πολιτικά ζητήματα, όχι μόνο για τα σκάνδαλα που –εντέλει– συσπειρώνουν τους πληττόμενους από αυτά.

