Σε ποιους είναι χρήσιμη η τοξικότητα

3' 30" χρόνος ανάγνωσης

Σχεδόν παντού στη Δύση υπάρχει μια κοινή αίσθηση ότι ο δημόσιος λόγος έχει γίνει πιο επιθετικός, πιο προσβλητικός, πιο δηλητηριώδης. Από τα κοινοβούλια και τα τηλεοπτικά πάνελ μέχρι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η πολιτική αντιπαράθεση μοιάζει όλο και λιγότερο με σύγκρουση στο πεδίο των ιδεών και όλο και περισσότερο με ανταγωνισμό απαξίωσης. Η εύκολη εξήγηση είναι η νοσταλγία· νομίζουμε ότι παλιά οι πολιτικοί ήταν πιο κόσμιοι. Η πιο δύσκολη, αλλά πιθανότατα ακριβέστερη, εξήγηση είναι ότι ο τοξικός λόγος δεν συνιστά μια τυχαία εκτροπή του δημόσιου ύφους. Επιτελεί συγκεκριμένες πολιτικές λειτουργίες και, ακριβώς γι’ αυτό, έχει καταστεί συνειδητό εργαλείο πολιτικής δράσης.

Αρχικά, είναι κρίσιμο να ξεχωρίσουμε την έντονη πολιτική διαφωνία από τον μη πολιτισμένο λόγο. Είναι πολύ διαφορετικό να συγκρούονται κόμματα για τη φορολογία, το μεταναστευτικό ή την εξωτερική πολιτική από το να ανταλλάσσουν ύβρεις, υπαινιγμούς ηθικής κατωτερότητας, χλευασμό και προσωπική απαξίωση. Η δημοκρατία δεν κινδυνεύει από τη σύγκρουση αυτή καθαυτή. Κινδυνεύει όταν η σύγκρουση παύει να αναγνωρίζει τον αντίπαλο ως νόμιμο ή ισότιμο συνομιλητή.

Ο τοξικός λόγος επιτελεί σήμερα τουλάχιστον τρεις λειτουργίες. Πρώτον, συσπειρώνει ακροατήρια. Σε συνθήκες αυξημένης κομματικής πόλωσης ή κρίσης, η επιθετικότητα λειτουργεί ως σήμα ταυτότητας· δείχνει στην εσω-ομάδα –στη μία πλευρά– ότι κάποιος είναι αυθεντικός, ατρόμητος, έτοιμος να συγκρουστεί. Δεν χρειάζεται να πείσει τους αντιπάλους· αρκεί να ενθουσιάσει τους υποστηρικτές. Δεύτερον, τραβάει την προσοχή. Στην οικονομία της ψηφιακής δημοσιότητας, ο θυμός, η πρόκληση και η υπερβολή ανταμείβονται. Ο αλγόριθμος δεν ευνοεί το επιχείρημα· ευνοεί την ένταση. Τρίτον, θέτει τα όρια. Ο τοξικός λόγος διαχωρίζει πιο βίαια το «εμείς» από το «αυτοί», όχι μόνο πολιτικά αλλά και ηθικά. Ο αντίπαλος δεν παρουσιάζεται απλώς ως λάθος, αλλά ως επικίνδυνος, διεφθαρμένος ή ξένος προς την κοινότητα.

Γι’ αυτό άλλωστε το φαινόμενο δεν περιορίζεται μόνο στους πολίτες που εκτονώνονται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αντιθέτως, συχνά ξεκινάει από τις ίδιες τις πολιτικές ελίτ. Οι έρευνες των τελευταίων ετών δείχνουν ότι ο τοξικός λόγος των πολιτικών έχει αυξηθεί σε πολλές δυτικές δημοκρατίες, με ιδιαίτερη ένταση σε κόμματα διαμαρτυρίας, αντισυστημικές δυνάμεις και σχηματισμούς της ριζοσπαστικής Δεξιάς. Δεν πρόκειται για κάποια τυχαία διολίσθηση ύφους. Είναι συχνά συνειδητή επιλογή. Ο πολιτικός που επιλέγει να προσβάλλει, να ειρωνεύεται ή να φανατίζει, γνωρίζει ότι μπορεί να χάσει σε θεσμική αξιοπιστία, αλλά να κερδίσει σε ορατότητα, πιστότητα ακροατηρίου και αίσθηση μαχητικότητας.

Δεν είναι όμως όλες οι μορφές μη πολιτισμένου λόγου ίδιες. Αλλη είναι η σκληρή κριτική προς την εξουσία και άλλη η στοχοποίηση προσώπων ή κοινωνικών ομάδων. Είναι διαφορετικής υφής έκφραση και πρόβλημα η αγανάκτηση από την απονομιμοποίηση. Ιδίως στον ψηφιακό δημόσιο χώρο, ένα μέρος της σκληρής γλώσσας των πολιτών είναι στραμμένο προς τους πολιτικούς και εκφράζει δυσπιστία, οργή, απογοήτευση. Αυτό δεν είναι ασήμαντο. Δείχνει ότι ορισμένες φορές ο τραχύς λόγος δεν είναι μόνο σύμπτωμα πολιτισμικής παρακμής, αλλά και μορφή επιθετικής πολιτικής κρίσης. Oταν όμως η επιθετικότητα μετατρέπεται σε προσωπική επίθεση μεταξύ πολιτών, σε αποκλεισμό, εξευτελισμό ή απειλή, τότε αλλάζει ποιοτικά το τοπίο. Η δημόσια σφαίρα δεν γίνεται πιο δημοκρατική επειδή φωνάζει περισσότερο· αντιθέτως, γίνεται πολωτική, αυταρχική, προβάλλει αποκλεισμούς και διακρίσεις.

Οι συνέπειες είναι εξαιρετικά σοβαρές. Το πιο σταθερό εύρημα στη διεθνή έρευνα είναι ότι ο μη πολιτισμένος πολιτικός λόγος διαβρώνει την εμπιστοσύνη. Οι πολίτες χάνουν την εκτίμησή τους για εκείνον που φωνάζει περισσότερο –κάτι που η πολιτική τάξη αγνοεί– και προς το πολιτικό σύστημα συνολικά. Οταν οι εκπρόσωποί του συμπεριφέρονται σαν να μην αναγνωρίζουν στοιχειώδεις κανόνες σεβασμού, οι θεσμοί μοιάζουν λιγότερο αξιόπιστοι, λιγότερο σοβαροί, λιγότερο άξιοι υποστήριξης. Η ζημιά δεν εξαντλείται στην αισθητική της πολιτικής· αγγίζει τον πυρήνα της νομιμοποίησής της.

Υπάρχει, τέλος, και μια πιο λεπτή συνέπεια. Ο τοξικός λόγος μπορεί να προκαλέσει διά της απέχθειας την απόσυρση από την πολιτική συμμετοχή. Μπορεί όμως και το αντίθετο. Η έρευνα δείχνει ότι μερικές φορές κινητοποιεί: θυμώνει, ενεργοποιεί, σπρώχνει τους ήδη πεπεισμένους να γίνουν πιο δραστήριοι. Αυτό ακριβώς κάνει τον τοξικό λόγο τόσο ελκυστικό για όσους τον χρησιμοποιούν. Το πρόβλημα είναι ότι κινητοποιεί συχνά με αντι-διαβουλευτικό τρόπο: ενισχύει τη βεβαιότητα, μειώνει τη διάθεση συμβιβασμού, κάνει τον αντίπαλο να φαίνεται όχι απλώς διαφορετικός, αλλά εχθρικός.

Η δημοκρατία δεν χρειάζεται αποστειρωμένη ευγένεια ή ψεύτικη συναίνεση. Χρειάζεται όμως ένα ελάχιστο κοινό πλαίσιο αποδοχής και σεβασμού. Να συγκρούονται οι θέσεις χωρίς να εκμηδενίζεται το πρόσωπο· να υπάρχει πάθος χωρίς περιφρόνηση· διαφωνία χωρίς απανθρωποποίηση.

*Η κ. Λαμπρινή Ρόρη είναι επίκουρη καθηγήτρια Πολιτικής Ανάλυσης στο ΕΚΠΑ.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT