Οι επιθέσεις που έχει δεχθεί και συνεχίζει να δέχεται η Λάουρα Κοβέσι από εγχώριους πολιτικούς, πότε σχετικά με την καταγωγή και το πολιτισμικό της υπόβαθρο, πότε για τη δήθεν κρυφή ατζέντα και την ψυχική της διάθεση (έχει εμμονές, λένε), έχουν ενδιαφέρον στον βαθμό που αποκαλύπτουν τον πανικό όσων πλήττονται από το ευρωπαϊκό και εθνικό αίτημα για διαφάνεια και λογοδοσία. Πράγματι, οι ενοχλημένοι από τη δραστηριότητα της Κοβέσι τη διευκολύνουν άθελά τους, τουλάχιστον ως προς το επικοινωνιακό της κομμάτι· η κατήφειά τους προδίδει τον φόβο τους και ενισχύει τις χειρότερες υποψίες των πολιτών: όποιος δυσαρεστείται από μια έρευνα επιβεβαιώνει την ανάγκη διεξαγωγής της. Πέρα όμως από τον παραπολιτικό τους θόρυβο, οι επιθέσεις αυτές είναι αδιάφορες. Δεν έχει σημασία αν συμπαθεί κανείς ή όχι την επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Σημασία έχει ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία κάνει μια δουλειά που δεν θα χρειαζόταν να γίνει (τουλάχιστον όχι σε αυτό το εύρος και με αυτή την ένταση) αν το κράτος λειτουργούσε ορθά. Επομένως, οι βουλευτές της Ν.Δ. που δεν σταματούν να εκφράζουν δημοσίως την αποδοκιμασία τους για τον «μπαμπούλα» Κοβέσι, ας τα βάλουν καλύτερα με τον εαυτό τους. Η εισαγγελέας είναι εδώ όχι από βίτσιο, αλλά επειδή εκείνοι έκαναν τη δουλειά τους πλημμελώς.
Πολιτικολογία
Η Ευρωπαία εισαγγελέας έχει μάλλον καταλάβει ότι το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, εκτός από νομικό, έχει δημιουργήσει και μείζον κοινωνικοπολιτικό θέμα: σε μια χώρα με παράδοση στον διχασμό και στην πολιτική αστάθεια, φαινόμενα που αναδεικνύουν την αναξιοπιστία του κράτους διευρύνουν το χάσμα μεταξύ πολιτών και εξουσίας. Αυτό όμως σημαίνει πως τέτοια φαινόμενα χρήζουν πολύ προσεκτικής διαχείρισης, για να μην οδηγήσουν σε εκτεταμένη κοινωνική διάλυση. Υπό αυτήν την έννοια, κι εφόσον η Λάουρα Κοβέσι αποφάσισε να επισκεφθεί τη χώρα για να μιλήσει δημοσίως σε μια πλατφόρμα όχι άμεσα συνδεδεμένη με τον θεσμικό της ρόλο, όπως είναι το Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, ίσως θα ήταν φρόνιμο να αποφύγει τις πολιτικές κρίσεις και να περιοριστεί στις νομικές. Για ποιο λόγο έκρινε σκόπιμο η επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας να μιλήσει για την πολιτική κουλτούρα της χώρας; Πώς συνδέεται η διερεύνηση πιθανών εγκλημάτων με την προσωπική της άποψη για τη νοοτροπία των Ελλήνων πολιτών ή με γλαφυρές μεταφορές για το πώς βγάζουμε «τη βρώμα» από το σπίτι μας; Η ανάλυση της Κοβέσι για την ελληνική πραγματικότητα δεν είναι εσφαλμένη, μοιάζει όμως με πολιτική τοποθέτηση άνευ σχετικής νομιμοποίησης. «Εχεις ένα πρόβλημα; Κάνε τη δουλειά σου!» είπε η εισαγγελέας μιλώντας για το χρέος πολιτικών και εισαγγελέων να εκτελούν τα καθήκοντά τους απρόσκοπτα. Είναι άραγε τα «εθνεγερτικά» διαγγέλματα μέρος της δουλειάς της;
Αυτό που μας αξίζει
Υπάρχει και η άλλη άποψη, βέβαια. Μια χώρα τόσο βαθιά βουτηγμένη στη διαπλοκή όσο η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να απαιτεί θεσμικές αβρότητες από εκείνους που καταπιάνονται με τον άθλο της κάθαρσής της. Είναι η Κοβέσι αυταρχική; Υπερβαίνει τα όρια της ιδιότητάς της; Μπορεί. Σε τι φάση όμως θα βρισκόταν η επεξεργασία του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ χωρίς την «απειλητική» παρουσία της; Θα μιλούσαμε σήμερα για σκάνδαλο; Θα γνωρίζαμε ότι συνέβη; Αν η Ελλάδα το 2026 χρειάζεται την Κοβέσι για να καταστείλει τη διασπάθιση του ευρωπαϊκού χρήματος και να καταπολεμήσει τη συστημική της διαφθορά, τότε η Κοβέσι τής αξίζει με όλα τα πιθανά στραβά της. Η κατάσταση δεν σηκώνει οδυρμούς, λοιπόν, αλλά ούτε και πανηγυρισμούς. Κάποιοι άλλωστε από εκείνους που σήμερα επαινούν την Ευρωπαία εισαγγελέα για το σθένος της, πριν από λίγα χρόνια δεν έβλεπαν με την ίδια διάθεση την προσπάθεια άλλων ευρωπαϊκών θεσμών να βάλουν τάξη στη δημοσιονομική αναρχία του κράτους. Τότε μιλούσαν για πραξικοπηματική παρέμβαση στα εσωτερικά μας θέματα και για κατάλυση της δημοκρατίας. Φαίνεται πως έμαθαν από τα λάθη τους. Ας ελπίσουμε να είναι κι αυτή η περιπέτεια εξίσου διδακτική για όλους.

