«Επειδή δεν είμαι τεμπέλης, όπως οι αριστεροί, έκανα και άλλες δουλειές». Ο Μακάριος Λαζαρίδης θα μπορούσε να πει το ίδιο πράγμα –στην προσπάθειά του να μεταθέσει τη συζήτηση από τον παράνομο διορισμό του στο πόσο πολυάσχολος ήταν– δίχως να αντιδιαστείλει την περίπτωσή του με αυτήν των «αριστερών». Η επιλογή του δεν ήταν ολίσθημα. Αντιθέτως, εγγράφεται σε ένα σχήμα που έχει διαποτίσει τη σκέψη και τον λόγο της κυβερνητικής παράταξης: ότι εκπροσωπεί μια δυναμική Ελλάδα που τρέχει, μορφώνεται και δουλεύει στην ελεύθερη αγορά, σε αντίθεση με την Αριστερά που είναι καθηλωμένη στην τεμπελιά, στην ημιμάθεια και στους αργούς δημοσιοϋπαλληλικούς ρυθμούς.
Η κατασκευή αυτής της διαιρετικής τομής έχει μακρά ιστορία. Ανάγεται στην πρόσληψη της Αριστεράς ως δύναμης που βρίσκεται στον αντίποδα της προόδου. Υπάρχει όμως μια διαφορά. Στο παρελθόν, η Αριστερά ταυτιζόταν με μια διαβρωτική ιδεολογία που με την υπονομευτική της δράση οδηγούσε στον μαρασμό του έθνους. Σήμερα, παραπέμπει σε παράσιτο. Στη σύγχρονη εκδοχή, το «πρόβλημα» δεν είναι η δράση της, αλλά η οκνηρία της. Οκνηρία που οδηγεί στη μετριότητα. Η Νέα Δημοκρατία επιχείρησε, και σε μεγάλο βαθμό κατάφερε, να εμφανίσει ως δική της αρετή το αντίθετο της μετριότητας: την αριστεία. Η λέξη διαπότισε τον πολιτικό λόγο της κυβέρνησης ως ένα ρητορικό ρεφλέξ –και φλεξάρισμα που θα έλεγαν και οι νεότεροι από εμάς– για τη συγκρότηση της αυτονόητης διάκρισης: εμείς οι δουλευταράδες και εσείς οι τεμπελχανάδες. Οι σημαιοφόροι και οι κοπανατζήδες της τάξης.
Το σχήμα έμοιαζε να παράγει πολιτικά αποτελέσματα μέχρι που αναμετρήθηκε με τα –προφανή– όριά του. Δεν είναι συμπτωματικό ότι ο πρωθυπουργός έχει καιρό να αναφερθεί στην αριστεία – αν δεν κάνω λάθος, η τελευταία ομιλία του επί του θέματος ήταν το μακρινό πλέον 2022. Και ο λόγος είναι απλός. Η υπόσχεση και επίκληση της αριστείας διαψεύστηκε. Θυμίζω ενδεικτικά: το πρόγραμμα Trust your Stars όπου η ερευνητική κοινότητα ήρθε αντιμέτωπη με ένα πανηγύρι αδιαφάνειας· την αναμονή της Σορβόννης και την άφιξη της «Σορβόννης», που εντέλει ούτε καν αδειοδοτήθηκε· τις περιπτώσεις τύπου Λαζαρίδη όπου οι πρωταγωνιστές αρχικά εμφανίζονται ως απόλυτοι κριτές των άλλων –το δεξιό «ηθικό πλεονέκτημα»– και πολύ σύντομα αποσύρονται βιαστικά από τη σκηνή με το ταπεινωτικό στίγμα της εξαπάτησης.
Η «αριστεία», λοιπόν, ως πολιτικό εργαλείο πιθανότατα μας τελείωσε. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τελείωσε η βαθύτερη συζήτηση που ανέδειξε. Η αριστεία προβλήθηκε από την ελληνική Δεξιά ως η απάντηση στις καταστροφικές συνέπειες του εκδημοκρατισμού της Μεταπολίτευσης: της «εξίσωσης προς τα κάτω» που ταυτίζεται με τις μεταρρυθμιστικές τομές του πρώιμου ΠΑΣΟΚ και την περίφημη ηγεμονία της Αριστεράς. Η ανάγνωση αυτή εστιάζει στη μυθολογία του «δημοκρατικού πέντε» προκειμένου να εξαλείψει από τη μεταπολιτευτική εξίσωση την καθοριστική παράμετρο: τις πολιτικές για την άμβλυνση των πολλαπλών ανισοτήτων και διακρίσεων που έως τότε καθιστούσαν θεσμούς και λειτουργίες του κράτους αποκλειστικό προνόμιο των ήδη προνομιούχων. Και αυτός ο μετασχηματισμός –με όλα τα στραβά του– είχε θετικό αποτέλεσμα: αποδέσμευσε την αριστεία από ένα σύστημα κληροδοτημένων ή εξαγορασμένων προνομίων.
Η συζήτηση αυτή προφανώς δεν αφορά πρωτίστως το παρελθόν. Αφορά πρωτίστως το παρόν που καθορίζεται από την πεποίθηση ότι η ανισότητα συνιστά τη φυσική τάξη των πραγμάτων. Η «αριστεία» δεν είναι ουδέτερη έννοια, αλλά μηχανισμός εμπέδωσης των προνομίων εκείνων που ήδη βρίσκονται εντός του κάστρου της ασφάλειας και την εξακοντίζουν ως αποδεικτική της υπεροχής τους προς όσους βρίσκονται εκτός αυτού. Η επιτυχία παρουσιάζεται ως ατομική αρετή, ενώ οι όροι που την καθιστούν δυνατή –η ταξική καταγωγή, οι δικτυώσεις, η πρόσβαση σε πόρους– αποσιωπώνται. Αν στον 19o αιώνα οι φτωχοί άξιζαν να είναι φτωχοί γιατί ήταν νωθροί, στον 21o αιώνα ζούμε σε μια συνθήκη εξατομικευμένου άγχους γιατί ποτέ δεν προσπαθούμε «αρκετά». Ξεχνώντας ότι η όποια «αρκετή» προσπάθεια δεν είναι ποτέ πραγματικά «αρκετή» σε μια στιγμή όπου τα τείχη του κάστρου υψώνονται όλο και περισσότερο.
Και εδώ εντοπίζεται ο πυρήνας της πολιτικής διαφωνίας. Η Αριστερά εμφανίστηκε στο ιστορικό προσκήνιο ως η δύναμη που είχε ως στόχο την άλωση του «κάστρου». Και η ανανέωσή της τα τελευταία χρόνια –στον βαθμό που αυτή υπάρχει– ήρθε μέσα από την πρόταση για σκληρές αναδιανεμητικές πολιτικές που αμφισβητούν ευθέως τα προνόμια κάθε είδους. Την ίδια στιγμή, η Δεξιά καλλιεργεί την εντύπωση ότι όσοι χαρακτηρίζονται άριστοι είναι περίπου ανέγγιχτοι – σαν η επιτυχία τους να τους απαλλάσσει από κάθε ουσιαστική υποχρέωση στην κοινωνία, όπως η ουσιαστική φορολόγηση. Αν λοιπόν η Αριστερά θέλει να διακριθεί μέσα στον ηθικοπλαστικό λόγο για την «αριστεία» δεν μπορεί μόνο να καταγγέλλει τις –εμφανείς– κυβερνητικές ανακολουθίες, αλλά να επιμείνει σε μια ριζική αλλαγή στην ατζέντα της συζήτησης. Την αντικατάσταση, δηλαδή, της αναζήτησης γενικώς και αορίστως της αριστείας με την πολιτική επιδίωξη της προϋπόθεσής της: της κοινωνικής δικαιοσύνης.
*Ο κ. Κωστής Καρπόζηλος είναι επίκουρος καθηγητής Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

