Ορθώς η Βουλή αποφάσισε με συντριπτική πλειοψηφία ότι οι παρεμβάσεις των βουλευτών για ατομικά προβλήματα των ψηφοφόρων τους δεν είναι μέρος του έργου τους, που καλύπτεται από τη βουλευτική ασυλία. Κι αυτό, παρά τη θολούρα που δημιούργησαν διάφοροι προύχοντες της Ν.Δ., ότι όλοι ή οι περισσότεροι των εξεταζομένων είναι αθώοι.
Πιθανώς αυτή να είναι και η ετυμηγορία της Δικαιοσύνης. Αλλά χθες η Βουλή δεν έκρινε ότι είναι ένοχοι. Πιστοποίησε ότι το ρουσφέτι δεν είναι μέρος της πολιτικής λειτουργίας. Τα υπόλοιπα, αν δηλαδή οι παρεμβάσεις των βουλευτών έγιναν για καλό ή δόλιο σκοπό, τα βρίσκει η Δικαιοσύνη. Αυτός είναι ο ρόλος του διαχωρισμού των εξουσιών. Εκτός αυτού, όπως ορθώς επεσήμανε ο Αθανάσιος Πλεύρης, η Εισαγγελία «ακόμη και για να αρχειοθετήσει μια υπόθεση πρέπει να καλέσει τον βουλευτή, να άρει την ασυλία του, “να ακούσει τις έγγραφες εξηγήσεις” που λέμε στα νομικά…» (ΣΚΑΪ, 21.4.2026).
Να δώσουμε όμως ένα δίκιο σε εκείνους τους βουλευτές που έδωσαν μεγάλο αγώνα για το δικαίωμα στο ρουσφέτι. Το δίκιο τους έγκειται στο γεγονός ότι η διαμεσολάβηση για ατομικά αιτήματα πολιτών είναι ένα από τα ελάχιστα κομμάτια πολιτικής εξουσίας που τους απομένουν.
Τα μέλη του ελληνικού Κοινοβουλίου δεν «βουλεύονται για το έθνος», όπως επιτάσσει το Σύνταγμα. Ψηφίζουν τα νομοσχέδια της κυβέρνησης, ή τα καταψηφίζουν όταν είναι στην αντιπολίτευση. Δεν λειτουργούν ως αντίβαρο στην εκτελεστική εξουσία, δημιουργούν άτυπους συνεταιρισμούς με τους υπουργούς «για την επίλυση των προβλημάτων του λαού», όπου «λαός» είναι χιλιάδες ασύνδετες ατομικές περιπτώσεις, που λύνονται ή δεν λύνονται, των σταυρών που κουβαλάει κάθε βουλευτής ή των διασυνδέσεων που έχει. Εξ ου και η αποστροφή του πρ. προέδρου του ΟΠΕΚΕΠΕ Δημήτρη Μελά, «το ζητάει ο Καραμανλής, θα το κάνουμε».
Το Μέγαρο Μαξίμου και ο πρωθυπουργός κινήθηκαν προς τη σωστή κατεύθυνση. Δεν γνωρίζουμε αν οι γκρίνιες κάποιων βουλευτών οφείλονταν σε άλλες πικρίες –το υπουργιλίκι είναι μέγας καημός– ή αν πραγματικώς ζηλεύουν εποχές που (όπως ανακάλυψε ο επιστολογράφος της «Καθημερινής» Αντώνης Βενέτης) οι εφημερίδες έγραφαν: «Μίαν αρετήν ουδείς εμπορεί ν’ αμφισβητήση εις τον κ. Δεληγιάννην, την διάπυρον αγάπην προς τους συντοπίτας του Γορτύνιους και ιδιαιτέρως προς τους ευδαίμονας εκλογείς των Λαγκαδίων. Εφημερίς της Τριπόλεως εδημοσίευσεν ονομαστικόν κατάλογον, εξ ου εξάγεται ότι κατά την τελευταίαν του πρωθυπουργίαν, εσιτίζοντο εκ του δημοσίου ταμείου πεντακόσιοι τρεις Γορτύνιοι. Και έπειτα απορούμεν πώς επτωχεύσαμεν!» («Νέα Ημέρα», 30.7.1897, αναδημο-σίευση στην «Κ», 22.4.2026).

