Προκειμένου να υποψιαστεί κανείς τη δύναμη των βιβλίων να απελευθερώνουν και να στρέφουν την προσοχή στο ουσιώδες, δεν έχει παρά να εξετάσει τη συμπεριφορά των ολοκληρωτικών καθεστώτων απέναντι στους λογοτέχνες. Τα Γενικά Αρχεία Του Κράτους σε μία έξοχη ανάρτησή τους (Απεφασίσαμεν Και Διατάσσομεν, «Κ») κοινοποίησαν τις λίστες με τα βιβλία που απαγόρευσε η δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967. Στόχος, φυσικά, να δημιουργηθεί κλίμα τρόμου, να τσακιστεί το πνεύμα.
Η λίστα περιλαμβάνει Λουντέμη και Διδώ Σωτηρίου. Βάρναλη. Εργο με τίτλο «Ψυχολογία» της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ Αραγκόν. Ρίτσο. Στρατή Τσίρκα. Οι παραβάτες απειλούνται με Εκτακτα Στρατοδικεία και τιμωρούνται με νόμους για την κατάσταση πολιορκίας. Η κατάσταση πολιορκίας είναι μία εξαιρετική συνθήκη που επιτρέπει κάτι σαν «αναστολή» των ανθρωπίνων δικαιωμάτων – ένα σκουλήκι μέσα στο μήλο της συνταγματικής νομιμότητας. Ομως οκ. Αυτά είναι παλιά.
Καθόλου παλιά δεν είναι η λογική της προστασίας της νεότητας που επικαλούνταν η χούντα. Οποτε κάποιος θέλει να λογοκρίνει ένα φιλί μεταξύ ανδρών στην τηλεόραση ή το «άσεμνο» έργο τέχνης κάποιου καλλιτέχνη επικαλείται τη νεότητα και την ανάγκη η άσπιλη αθωότητα να προστατευθεί. Φυσικά, τα παιδιά εκτίθενται από πολύ μικρά σε ιδέες που κάποιοι θα θεωρούσαν επικίνδυνες, όπως η άκριτη κατανάλωση. Υπέρ αυτής ασκείται πια αληθινή, γνήσια εικοσιτετράωρη προπαγάνδα. Τα δεκάχρονα είναι το απόλυτο τάργκετ γκρουπ. Οτιδήποτε απευθύνεται σ’ αυτά φέρνει λεφτά. Κανείς δεν φαίνεται να έχει κάποιου είδους πρόβλημα με αυτό. Οταν, όμως, είναι να επιβληθεί προληπτική λογοκρισία σε έργα όλοι θυμούνται τα παιδιά.
Μπροστά από τη Νομική του Πανεπιστημίου Χούμπολτ, στην Bebelplatz, στο Βερολίνο υπάρχει μία «βυθισμένη», άδεια βιβλιοθήκη, ένα μνημείο παραχωμένο στο έδαφος που μνημονεύει τη 10η Μαΐου 1933. Τη μέρα εκείνη καθηγητές και νεαρά μέλη ναζιστικής μαθητικής οργάνωσης έκαψαν βιβλία φιλοσόφων, λογοτεχνών και δημοσιογράφων προκειμένου να προωθήσουν το γερμανικό πνεύμα. Εκεί κάψανε και το υπέροχο έργο του Kästner «Φάμπιαν» (κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πόλις).
Οι μαύρες λίστες με λογοτεχνικά και εικαστικά έργα των ναζί είναι κατάλογοι με θησαυρούς. Ο,τι θεωρούσαν «παρακμιακό» στα εικαστικά κέρδισε το στοίχημα του χρόνου, το θαυμάζουμε τώρα στα μεγάλα μουσεία της ανθρωπότητας. Αλλά και στα βιβλία η απέχθειά τους ήταν εγγύηση ποιότητας: Freud, Rosa Luxemburg, Stefan Zweig και Klaus Mann – τέτοια έριξαν στην πυρά. Το μνημείο της Bebelplatz κοσμούν και δυο στίχοι του Heinrich Heine (1820): «Αυτό εδώ ήταν πρόλογος, όπου καίνε βιβλία, θα κάψουν τελικά κι ανθρώπους».
Σήμερα, θα λέγαμε πως καίνε μυαλά. Παράγεται θόρυβος, για να μην ακούγεται τίποτα. Η εχθρότητα προς τις τέχνες, τον μακροπερίοδο λόγο, την ποίηση, την πυκνή, πολύωρη σκέψη, την αργή συζήτηση, τη βραδύτητα, τη μοναχικότητα και την περίπλοκη σύνταξη είναι μόδες, κοινωνικά αποδεκτές. Κανείς δεν μας καταπιέζει, υποτίθεται, αλλά ελάχιστοι άνθρωποι νιώθουν ελεύθεροι ή ότι έχουν διαλέξει μέρος της ζωής τους. Οι νέες ανελευθερίες δεν βασίζονται στην απαγόρευση, αλλά σε βελούδινους εξαναγκασμούς που προωθούνται σαν «επιλογές».
Με τα λόγια του ιστορικού Timothy Snyder («Περί Ελευθερίας», Εκδόσεις Παπαδόπουλος): «Η ελευθερία χρειάζεται ανθρώπινους στοχαστές, κυρίαρχους και απρόβλεπτους. Η ανελευθερία χρειάζεται πλάσματα υποτακτικά και προβλέψιμα, που τρέμουν από τον φόβο τους μέσα σε οικειοθελή κλουβιά, που ονειρεύονται εχθρούς που ποτέ δεν συναντούν και φίλους και εραστές που δεν έχουν. […] Μπορούμε να ξεφύγουμε από την προβλεψιμοποίηση. Αυτό θα απαιτήσει […] να κάνουμε άλλα πράγματα με το σώμα μας από το να κοιτάμε τις οθόνες. Είναι η σειρά μας να κάνουμε κάποια κίνηση».

