«Η χάρτα αυτού του κράτους κρύβει απάτη […]»
ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ, «Κωλοέλληνες»
«Κάναμε ρουσφέτια, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία», ομολόγησε ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης στον Αλέξη Παπαχελά (βλ. Αλ. Παπαχελάς, «Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης με δικά του λόγια», Παπαδόπουλος, 2017, σ. 45). «Ολοι έκαναν ρουσφέτια. Ηταν χαρακτηριστικό της εποχής. Εγώ, ας πούμε, το 1951, έκανα τα περισσότερα ρουσφέτια, διότι εκείνη την εποχή εγώ έγραφα τους νόμους. […] Διόριζα όσους ήθελα» (σ. 45).
Γνωρίζοντας ο εκλιπών πρωθυπουργός ότι η έννοια ρουσφέτι (η πελατειακή χρήση του κράτους από πολιτικούς) είναι αρνητικά φορτισμένη, καθότι συνιστά μορφή διαφθοράς, σπεύδει να την ανασημασιοδοτήσει. «Είναι παρεξηγημένη έννοια το ρουσφέτι. Γιατί όταν βοηθάς έναν ταλαίπωρο να βρει το δίκιο του, γιατί κάνεις κακό; Δεν το καταλαβαίνω» (ό.π., σ. 46).
Η ακαταληψία του πατρός Μητσοτάκη ήταν αληθινή. Εβλεπε τον ρόλο του πολιτικού πατερναλιστικά: ο βουλευτής «εξυπηρετεί»· για να βουλεύεται πρέπει να βολεύει. Αντιλαμβάνεται ότι αντιφάσκει αλλά δεν ενοχλείται. «Με την έννοια της ισότητας είναι απαράδεκτο, δεν υπάρχει αμφιβολία. Αλλά από κοινωνικής πλευράς, ε, δεν κάνεις και τόσο φοβερό κακό επειδή βοηθάς μια οικογένεια που έχει μεγάλη ανάγκη να βρει κάποιος άνθρωπος δουλειά» (ό.π., σ. 47). Αν και η αντίφαση εντοπίζεται, γίνεται αποδεκτή. Σε μια σωκρατικού τύπου συζήτηση, ο ομιλητής θα έβγαινε νοκ άουτ.
Αυτό είναι το κλασικό μοτίβο των ρουσφετολόγων πολιτικών, από τους προ- και μετα-πολεμικούς βουλευτές μέχρι σημερινούς βουλευτές που αναφέρονται στις δικογραφίες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για τον ΟΠΕΚΕΠΕ και αυτόκλητους υπερασπιστές τους (π.χ. Ανδρ. Λοβέρδος, Αδ. Γεωργιάδης): το ρουσφέτι βασίζεται στην αυτοεξυπηρετική αποσιώπηση και στην αυτοδικαιωτική αναπεριγραφή της πραγματικότητας.
Η φιλανθρωπία των ρουσφετολόγων δεν είναι αυθεντική διότι δεν χρησιμοποιούν δικούς τους πόρους.
Οι ρουσφετολόγοι τείνουν να αποσιωπούν ή υποβαθμίζουν την εκ μέρους τους παραβίαση της αρχής της ισότητας των πολιτών για να εξάρουν αυτοδικαιωτικά τον ρόλο τους στην καταπολέμηση της αδικίας, πραγματικής ή εικαζόμενης. Δεν αναζητούν γενικής ισχύος θεσμικές λύσεις γιατί, σε ένα ανώριμα ανταγωνιστικό παίγνιο, εισπράττουν το άμεσο πολιτικό όφελος από επιμέρους ευνοιοκρατικές. Αποσιωπούν την ιδιοτέλεια των «εξυπηρετήσεών» τους: η επιλεκτική εύνοιά τους επιφέρει την εκλογική στήριξη των ευνοουμένων: σου δίνω, μου δίνεις. Η πελατειακή σχέση μετατρέπει την ηθική υποχρέωση του πολίτη-πελάτη σε πολιτικό κεφάλαιο για τον πολιτικό.
Η φιλανθρωπία των ρουσφετολόγων δεν είναι αυθεντική, αφενός διότι δεν χρησιμοποιούν δικούς τους πόρους (είναι γενναιόδωροι με ξένα κόλλυβα) και, συνεπώς, δεν αναλαμβάνουν το κόστος των ενεργειών τους, αφετέρου διότι, ενώ γνωρίζουν την αντιφατικότητα των πεποιθήσεών τους (και ικανοποίηση επιμέρους «δίκαιων αιτημάτων» και πίστη στην καθολική ισότητα), δεν πασχίζουν να την άρουν. Ο Σωκράτης θα τους υποδείκνυε την ηθική κενότητα που προκύπτει από την εσκεμμένη έλλειψη εσωτερικής συνοχής, αλλά αυτή η υπόδειξη μάλλον θα τους ήταν αδιάφορη.
Ο συναλλακτικός χαρακτήρας της πελατειακής πολιτικής σχέσης όχι μόνο αποσιωπάται, αλλά αναπεριγράφεται (ξεπλένεται) έτσι ώστε να καταστεί αποδεκτός. Το λεξιλόγιο βρίθει ευφημισμών. Το ρουσφέτι μετονομάζεται «προστασία από αδικίες», ο χρηματισμός «πολιτική χορηγία», η δωροδοκία κομμάτων «καλλιέργεια του πολιτικού τοπίου». Οι καθιερωμένες έννοιες πρέπει να αναπεριγραφούν έτσι ώστε ο εκάστοτε πάτρωνας, αφενός, να διασώσει το πολιτικό – συμβολικό κεφάλαιό του, αφετέρου, να διατηρήσει μια ηθικώς αποδεκτή αυτο-εικόνα. Να το πω πιο απλά: όταν ξέρεις ότι κάνεις κάτι επιλήψιμο, είτε το αποσιωπάς είτε, αν πρέπει να μιλήσεις γι’ αυτό, το αναπεριγράφεις αυτοδικαιωτικά. Κινείσαι στη σφαίρα της μετα-αλήθειας.
Καθότι το σύγχρονο κράτος είναι, τύποις τουλάχιστον, κράτος δικαίου, το ρουσφέτι πρέπει να ξεπλυθεί στη νομική – γραφειοκρατική κολυμβήθρα: να φανεί ότι οι τυπικές διαδικασίες τηρήθηκαν. Το καλό ρουσφέτι είναι το νομιμοφανές ρουσφέτι. Επι υπουργίας Χατζηγάκη, τα ρουσφέτια στην ΑΓΡΟΓΗ (διορίστηκαν 269 άτομα με άσχετες ειδικότητες, οι πλείστοι συγγενείς και/ή συνεργάτες στελεχών του κυβερνώντος κόμματος) ήταν, τυπικά, σύννομα («Καθημερινή», 6/7/2010). Ενα μήνα πριν από τις εκλογές του 2009, προκηρύχθηκαν οι θέσεις στην ιστοσελίδα του οργανισμού για ένα Σαββατοκύριακο και οι διορισμοί επικυρώθηκαν τάχιστα από το κομματικά διορισμένο διοικητικό συμβούλιο. «Ολα ήταν σύννομα», είπε ο κ. Χατζηγάκης, και έθεσε το μείζον ερώτημα: «Δεν έχει δικαίωμα το παιδί ενός υπουργού; Δεν έχει ίσα δικαιώματα με τους άλλους πολίτες;» (Newsit, 5/7/2010). Το ερώτημα έχει έκτοτε καταστεί αντικείμενο βαθέος φιλοσοφικού προβληματισμού.
Κι όταν η αυτοεξυπηρετική λογική δεν παράγει λογικά συμπεράσματα; Τότε ενισχύεται με ad hoc στρατηγήματα (εφευρήματα): οι σαφείς πρόνοιες του νόμου μετατρέπονται σε ασαφείς. Τι είπε ο παρανόμως διορισθείς, το 2007, στο υπ. Παιδείας, Μακάριος Λαζαρίδης; «Με βάση το πιο χαλαρό πλαίσιο του νόμου 2190/1994 υπήρχαν περιπτώσεις που άτομα χωρίς τυπικά ακαδημαϊκά προσόντα [σ.σ. όπως ο ίδιος] διορίζονταν ως μετακλητοί και στο ΦΕΚ εμφανίζονταν με τίτλους ειδικού επιστήμονα» (Open, 14/4/2026). Προσέξτε πώς η ad hoc επίκληση της μη εμπειρικώς αποδείξιμης «χαλαρότητας» μετατρέπει τον μη προσοντούχο σε προσοντούχο. Το «κρέας» αναπεριγράφεται ως «ψάρι» κατά το δοκούν.
Εκ των υστέρων, όλα μπορούν να χαρακτηρισθούν «νόμιμα» με την επίκληση ad hoc λογικών κατασκευών. Εχουμε, άλλωστε, ως χώρα, πλούσια τεχνογνωσία επ’ αυτού: να μετατρέπουμε αυθαίρετα κτίσματα, καταπατήσεις αιγιαλών και δασών, και τη φυγοστρατία, σε νόμιμες πράξεις. Το δράμα μας είναι ότι, στον 21ο αιώνα, μας κυνηγούν ακόμη τα φαντάσματα του 19ου. Τυχαία χρεοκοπήσαμε;
*Ο κ. Χαρίδημος Κ. Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και ερευνητής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Warwick.

