Οι εφηβικές αντι-selfie και ο Χάμπερμας

3' 15" χρόνος ανάγνωσης

Ενα ενδιαφέρον εφηβικό «trend» που χαρακτηρίζει κυρίως τα προφίλ αγοριών στα social media είναι το «θόλωμα» του προσώπου τους. Σε μια εποχή που έχει κυριαρχήσει η κουλτούρα της φωτογραφικής selfie και της πολύπλευρης αποτύπωσης του προσώπου σε δημόσια θέα, η τάση του «θολωμένου» προφίλ θα μπορούσε να θεωρηθεί μια πράξη αντίθεσης στα βασικά εδώ και καιρό μοτίβα αυτοαπεικόνισης. Θα μπορούσε να είναι μια ένδειξη ότι το ζητούμενο της ιδιωτικότητας επανέρχεται ιδίως στις γενιές Α και Ζ, που έχουν ως δεδομένο το γεγονός της προσωπικής έκθεσης μέσω της νέας τεχνολογίας από πολύ μικρή ηλικία. Η θολωμένη εφηβική φωτογραφία θα μπορούσε να υποδηλώνει μια ανάγκη ελέγχου του στίγματος που αφήνει κάποιος στον αδηφάγο κόσμο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.

Αυτή η ανάγνωση της θολωμένης εφηβικής εικόνας παραείναι αισιόδοξη για την επίγνωση που έχουν οι νεότερες γενιές για τους ψηφιακούς κινδύνους που τους επιφυλάσσει η υπερτεχνολογικοποιημένη ζωή τους. Το γεγονός ότι αυτή η επιλογή γίνεται κυρίως από αγόρια (τα κορίτσια συνήθως επιμελούνται με διαφορετικούς τρόπους την εικόνα που εκθέτουν και το ενδεχόμενο απόκρυψης του προσώπου παίρνει πιο έντεχνες τακτικές) μάς βάζει σε πιο ενδιαφέρουσες κοινωνιολογικές υποθέσεις. Το σβήσιμο του προσώπου δηλώνει άλλοτε άγχος εμφανισημότητας, άλλοτε ένταξη σε κοινωνικές ομάδες με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και προαπαιτούμενα. Αλλωστε οι περισσότερες από αυτές τις θολωμένες φωτογραφίες δεν είναι ατομικές, αλλά ομαδικές.

Με άλλα λόγια, τα θολωμένα πρόσωπα στα εφηβικά προφίλ φτιάχνουν «μυστήρια» είδωλα και λειτουργούν ως ασπίδα προστασίας (ιδίως απέναντι στο ενδεχόμενο απόρριψης από το άλλο φύλο) και διαβατήριο ένταξης σε κάποια πραγματική ή φαντασιακή υποκουλτούρα. Οι νεαροί δεν «κρύβονται» τόσο πολύ, αλλά δηλώνουν ότι ανήκουν σε κάτι που δεν χρειάζεται πρόσωπο, αποστασιοποιούνται από τις νόρμες αυτοπαρουσίασης άλλων ηλικιών, παραβιάζουν την κανονικότητα της αυτοέκθεσης στα social media. Αποκτούν την ταυτότητα μιας υποκουλτούρας του δρόμου, με drill/rap χαρακτηριστικά και μια αίσθηση ανδροπρεπούς επικινδυνότητας (μαγκιάς).

Πρόκειται όχι τόσο για ένα παιχνίδι ανωνυμίας όσο για μια στυλιστική επιλογή αορατότητας. Η απόκρυψη του προσώπου δεν λειτουργεί ως μέσο ανάκτησης της ιδιωτικότητας, αλλά ως αισθητική πρακτική, που αντλεί από κώδικες παραβατικότητας και μυστικότητας, επιτρέποντας στους εφήβους να συμμετέχουν στη δημόσια τεχνολογική θέα χωρίς να ενσωματώνονται πλήρως σε αυτό που θεωρούν ξενέρωτο ή μπανάλ.

Κάπως έτσι οι γενιές Α και Ζ συνομιλούν χωρίς να το γνωρίζουν με τους προβληματισμούς του πρόσφατα αποθανόντος Γιούργκεν Χάμπερμας, στον οποίο εν πολλοίς οφείλουμε την ανάγκη κατανόησης των πολλαπλών τρόπων διασύνδεσης της ιδιωτικής και της δημόσιας σφαίρας. Είναι αυτός που μας έβαλε με εμπεριστατωμένο τρόπο την ιδέα ότι η δημόσια σφαίρα είναι χώρος ορατότητας και λόγου, πεδίο κοινωνικής αναγνώρισης, μοχλός ελέγχου και άσκησης της εξουσίας. Είναι αυτός που μας προειδοποίησε νωρίς ότι τα μέσα επικοινωνίας μετεξελίχθηκαν από αγωγούς μιας διαφανούς, ορθολογικής και πλουραλιστικής συνθήκης, σε φέουδα εντυπωσιασμού, υπηρέτες κερδοσκοπικών συμφερόντων και διαύλους νέων σκληρών κοινοτισμών. Στον σημαντικό αυτό Γερμανό διανοούμενο χρωστάμε τη διερεύνηση της σύγχρονης δημόσιας σφαίρας ως διττής πραγματικότητας, ταυτόχρονα ανοιχτής και κλειστής, υλικής και εικονικής, δημοκρατικής και αντιδημοκρατικής.

Ισως με βάση αυτόν το δυϊσμό μπορούμε να κατανοήσουμε ακόμη και τα πιο οξύμωρα φαινόμενα της ψηφιακής εποχής, φαινόμενα όπως αυτό της θολωμένης αυτοπαρουσίασης των εφήβων στη δημόσια ζωή. Βέβαια, ο Χάμπερμας ήθελε να μας πείσει να αναζητάμε μόνο μια δημόσια σφαίρα έλλογης προσβασιμότητας, επιχειρηματολογίας και συνεννόησης, όμως ξέρουμε καλά ότι αυτή δεν μπορεί να υπάρξει μονοδιάστατα. Οπως πολλοί μεταγενέστεροί του έχουν δείξει, η δημόσια σφαίρα είναι χώρος που αποικείται από το συναίσθημα, την εικόνα, το στυλ και το μύχιο, και αυτό όχι πάντα κόντρα στη δημοκρατική θέσμιση της κοινωνίας.

Οι «θολωμένοι» έφηβοι σήμερα κατανοούν ότι η δημόσια σφαίρα είναι ένα πεδίο ελεγχόμενης αδιαφάνειας και το υπεσχημένο βασίλειο απόλυτης ορατότητας εμπεριέχει ρίσκα που με στρατηγικό τρόπο παρακάμπτουν. Επιτελούν δημοσίως έναν απρόσωπο εαυτό, γιατί θέλουν να αποφύγουν την αλγοριθμική έκθεση, τα αδιάκριτα ή αρνητικά βλέμματα. Η έλλειψη διαφάνειας γίνεται από πρόβλημα, πόρος ένταξης, μέσο κτήσης κοινωνικού κεφαλαίου, συμμετοχή υπό όρους. Τα σβησμένα εφηβικά πρόσωπα μετατρέπουν το αφελές «φαίνομαι άρα υπάρχω» στο καχύποπτο «υπάρχω στον βαθμό που μπορώ να κρύβομαι φανερά».

*Ο κ. Βασίλης Βαμβακάς είναι καθηγητής Κοινωνιολογίας της Επικοινωνίας στο ΑΠΘ.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT