Υπάρχουν δύο όψεις για να δει κάποιος τις πρόσφατες εκλογές της Ουγγαρίας. Η μία είναι προφανώς θετική και έχει τρεις παραμέτρους. Η πρώτη αφορά την ίδια τη χώρα. Η εναλλαγή στην εξουσία, έπειτα από δεκαέξι χρόνια κυριαρχίας του Βίκτορ Oρμπαν, είναι από μόνη της ένα ισχυρό τεστ αντοχής των θεσμών. Πολύ περισσότερο όταν αφορά μια κυβέρνηση που, σταδιακά αλλά συστηματικά, διολίσθησε σε αυταρχικές πρακτικές. Το γεγονός ότι η αλλαγή αυτή επετεύχθη μέσω εκλογών –και μάλιστα παρά τους κανόνες που είχε διαμορφώσει η ίδια η απερχόμενη εξουσία για να παραμένει κυρίαρχη– έχει ιδιαίτερη σημασία. Δεν είναι τυχαίο ότι, στη διαδικασία αυτή, ορισμένα από τα εργαλεία που σχεδιάστηκαν για να παγιώσουν την πλειοψηφία, όπως ο εκλογικός νόμος, λειτούργησαν τελικά ως μπούμερανγκ για τον ίδιο τον Ορμπαν.
Η δεύτερη παράμετρος αγγίζει ένα ευρύτερο, διασυνδεδεμένο οικοσύστημα της ευρωπαϊκής άκρας Δεξιάς. Δεδομένου ότι ο συγκεκριμένος πολιτικός χώρος λειτουργεί με όρους διεθνικών προτύπων και αλληλοτροφοδοτούμενης νομιμοποίησης, όταν ένας από τους βασικούς πυλώνες του αποδυναμώνεται, το σοκ διαχέεται. Δεν είναι τυχαίο ότι ήδη από την επόμενη ημέρα κυκλοφορούσαν ειρωνικά σχόλια στο Βερολίνο, με σκωπτικές αναφορές που καλούσαν τον Βανς να ηγηθεί και της εκλογικής καμπάνιας της AfD. Οι ήττες, όπως και οι νίκες, έχουν πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα.
Η τρίτη διάσταση είναι και η πιο ενθαρρυντική. Ισως το σημαντικότερο μήνυμα αυτών των εκλογών δεν βρίσκεται στη Βουδαπέστη, αλλά αλλού: στα χαμόγελα –έστω συγκρατημένα– που προκάλεσε το αποτέλεσμα στο Βελιγράδι, στην Κωνσταντινούπολη, ίσως ακόμη και στη Μόσχα. Η ιδέα ότι η δημοκρατική οπισθοδρόμηση δεν είναι μονόδρομος, ότι μπορεί να υπάρξει αντιστροφή μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες, είναι από μόνη της πολιτικό κεφάλαιο. Είναι η πρώτη ύλη της ελπίδας για κοινωνίες που ζουν υπό καθεστώτα ήπιου αυταρχισμού. Δεν είναι τυχαίο ότι ο ίδιος ο νικητής των εκλογών έκανε ειδική αναφορά στους Σέρβους πολίτες – την ώρα που μικρές εστίες πανηγυρισμών εμφανίζονταν στο Νόβι Σαντ.
Υπάρχει, όμως, και η άλλη, κάπως πιο σκοτεινή, πλευρά. Η Ουγγαρία δεν είναι μεμονωμένη περίπτωση ως προς την απουσία της Αριστεράς από το κοινοβούλιο. Προηγήθηκαν η Πολωνία, η Ρουμανία και άλλες χώρες της μετακομμουνιστικής Ευρώπης. Το φαινόμενο δεν είναι νέο, ούτε αποκλειστικά ανατολικοευρωπαϊκό. Με διαφορετικές μορφές, έχει εμφανιστεί και από την ανάποδη, σε χώρες που εξήλθαν από δεξιές δικτατορίες. Η εξήγηση βρίσκεται στο αποτύπωμα που αφήνει το προηγούμενο μη δημοκρατικό καθεστώς. Η ιδεολογία που συνδέθηκε με αυτό απονομιμοποιείται, διαμορφώνοντας όχι μόνο τις κοινωνικές αντιλήψεις για το τι είναι «αποδεκτό», αλλά και τις στρατηγικές των πολιτικών ελίτ. Κάπως έτσι, η Ιστορία μετατρέπεται σε ενεργό χώρο πολιτικού συντονισμού. Και όταν η ιδεολογία γίνεται δείκτης δημοκρατικής νομιμοφροσύνης, ο ανταγωνισμός παύει να είναι συμμετρικός.
Το αποτέλεσμα είναι μια ιδιότυπη «κούρσα προς τα κάτω»: τα κόμματα αποφεύγουν συστηματικά να ταυτιστούν με τον στιγματισμένο πόλο του ιδεολογικού φάσματος και, στην προσπάθεια αυτή, μετακινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ενα πρόσφατο παράδειγμα έρχεται από την Πολωνία. Στις εκλογές του 2023, ο Γιάροσλαβ Κατσίνσκι, ηγέτης του δεξιού PiS, κατηγόρησε επανειλημμένως τον αντίπαλό του, Ντόναλντ Τουσκ, για «φιλοκομμουνιστικές» και φιλορωσικές συμπάθειες –παρά το γεγονός ότι και οι δύο προέρχονται από το αντικομμουνιστικό κίνημα της «Αλληλεγγύης». Μάλιστα, προώθησε και ένα νόμο –γνωστό ως «Lex Tusk»– που στόχευε στη διερεύνηση υποτιθέμενων διασυνδέσεων της προηγούμενης κυβέρνησης με τη Ρωσία. Οι κατηγορίες αυτές ήταν ιστορικά αστήρικτες, αλλά πολιτικά αποτελεσματικές: ανάγκασαν την αντιπολίτευση να αποδείξει την «πατριωτική» της καθαρότητα. Η προεκλογική εκστρατεία του Τουσκ κατέληξε έτσι να δίνει έμφαση σε εθνικά σύμβολα και πατριωτικά μηνύματα.
Η ασυμμετρία αυτή δεν περιορίζεται στη ρητορική – έχει απτές συνέπειες. Σε αρκετές μετακομμουνιστικές χώρες, σοσιαλιστικά κόμματα υιοθέτησαν υπερβολικά φιλελεύθερες οικονομικές πολιτικές ακριβώς για να αποτινάξουν το βάρος του παρελθόντος. Κάπως έτσι, για παράδειγμα, η απουσία μιας ισχυρής παραδοσιακής Αριστεράς άφησε στην Πολωνία πολιτικές αναδιανομής –όπως η αύξηση του κατώτατου μισθού– στα χέρια ενός δεξιού, εθνικολαϊκιστικού κόμματος. Στη Ρουμανία, δημοσιογράφοι και αναλυτές επισημαίνουν ότι η έλλειψη αυθεντικής Αριστεράς έχει συμπιέσει τον πολιτικό διάλογο προς μία κατεύθυνση, περιορίζοντας τις διαθέσιμες εναλλακτικές.
Η Ουγγαρία προσφέρει δύο μαθήματα: α) οι «δημοκρατίες με επίθετα» μπορούν να γίνουν ξανά κανονικές δημοκρατίες και, β) ακόμη κι έτσι, η πολιτική αντιπροσώπευση μπορεί να μείνει ελλιπής – όχι τόσο λόγω θεσμικών περιορισμών, όσο εξαιτίας της ιδεολογικής συμπίεσης που προκαλεί η κληρονομία των αυταρχικών καθεστώτων.
*O κ. Ηλίας Ντίνας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης και κάτοχος της ελβετικής έδρας στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο της Φλωρεντίας.

