Οι αμερικανοϊρανικές διαπραγματεύσεις έχουν αναμφίβολα σημειώσει πρόοδο χάρη στη διαμεσολαβητική προσπάθεια του Πακιστάν. Η κυβέρνηση Σαρίφ πέτυχε κάτι που φαινόταν αδύνατο πριν από λίγες εβδομάδες. Να πείσει Αμερικανούς και Ιρανούς αξιωματούχους να καθίσουν στο ίδιο τραπέζι για πρώτη φορά μετά την Επανάσταση του 1979. Ασχέτως τι τελικά θα συμβεί τις επόμενες μέρες, το Ισλαμαμπάντ έχει σαφώς κερδίσει τις διπλωματικές εντυπώσεις σε παγκόσμιο και περιφερειακό επίπεδο. Δεν πρόκειται για μια συγκυριακή εξέλιξη, αλλά μια επιπρόσθετη απόδειξη της ανάδυσης του Πακιστάν ως μεσαίας δύναμης. Αξίζει να σημειωθεί ότι η στρατηγική του κουλτούρα έχει διαμορφωθεί από τη διαχρονική αντιπαλότητα με την Ινδία για τον έλεγχο της περιοχής του Κασμίρ, την εγγενή έλλειψη στρατηγικού βάθους για αμυντικούς σκοπούς και την κυρίαρχη θέση του στρατεύματος στη διαμόρφωση της εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής.
Αυτοί οι παράγοντες οδήγησαν αρχικά το Ισλαμαμπάντ στη σύναψη μιας ετεροβαρούς συμμαχίας με τις ΗΠΑ, η οποία ενισχύθηκε μετά τη σοβιετική εισβολή στο γειτονικό Αφγανιστάν το 1979. Στη μεταψυχροπολεμική περίοδο, ωστόσο, το αμερικανικό ενδιαφέρον για την περιοχή ατόνησε και οι πακιστανικές υπηρεσίες άρχισαν να ενισχύουν το ριζοσπαστικό κίνημα των Αφγανών Ταλιμπάν. Οι τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου του 2001 κλόνισαν τις αμερικανο-πακιστανικές σχέσεις, όπως φάνηκε αργότερα και από την προσέγγιση ΗΠΑ – Ινδίας. Οι σχέσεις Πακιστάν – Ιράν είχαν επίσης μεγάλες διακυμάνσεις. Αρχικά υπήρξαν στρατηγικοί εταίροι με συναντίληψη για θέματα περιφερειακής ασφάλειας, αλλά αυτό άρχιζε να αλλάζει τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Τον Ιανουάριο του 2024, το ιρανικό καθεστώς εξαπέλυσε πυραυλική επίθεση εναντίον Βαλούχων αυτονομιστών που είχαν καταφύγει σε πακιστανικό έδαφος, αναγκάζοντας το Ισλαμαμπάντ να προχωρήσει σε αντίστοιχο πλήγμα εναντίον Βαλούχων που βρίσκονταν στο ανατολικό Ιράν. Με άλλα λόγια, υπήρχε σημαντικό έλλειμμα εμπιστοσύνης ανάμεσα στο Πακιστάν και τα άλλα δύο κράτη.
Το Ισλαμαμπάντ πλέον αναγνωρίζεται από τις ΗΠΑ και το Ιράν ως πολύτιμος διαμεσολαβητής για διάφορους λόγους. Σε αντίθεση με την ερντογανική Τουρκία, το Πακιστάν δεν επιδιώκει την ηγεμονία στον μουσουλμανικό κόσμο. Η πολιτική του ηγεσία διατηρεί κανάλια επικοινωνίας με όλες τις μεγάλες δυνάμεις, χωρίς να είναι απόλυτα ευθυγραμμισμένη με καμία από αυτές. Ο πακιστανικός στρατός παραδοσιακά διατηρεί στενούς δεσμούς με τις ΗΠΑ και ταυτόχρονα το Ιράν παραμένει βασικός ενεργειακός εταίρος. Η πακιστανική διπλωματία θεωρείται γενικά αξιόπιστη, αφού πιστώνεται ιστορικές επιτυχίες (π.χ. συμβολή στην αναγνώριση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας από τη διοίκηση Νίξον τη δεκαετία του 1970). Ως εκ τούτου, η τωρινή διπλωματική προσπάθεια του Πακιστάν εκλαμβάνεται σχεδόν από όλους ως ειλικρινής. Αυτή η παραδοχή όμως δεν αποτυπώνει πλήρως το εύρος των παραμέτρων που πρέπει να ληφθούν υπόψη.
Στην πραγματικότητα, το γεωπολιτικό όραμα της πακιστανικής ηγεσίας είναι να εξελιχθεί η χώρα σε έναν περιφερειακό πάροχο ασφάλειας. Η φιλοδοξία αυτή ενισχύθηκε μετά την αδικαιολόγητη επίθεση της ισραηλινής αεροπορίας στην Ντόχα, τον Σεπτέμβριο του 2025. Τότε, η Σαουδική Αραβία προσέτρεξε να υπογράψει με το Πακιστάν μια αμυντική συμφωνία που περιλαμβάνει ρήτρα αμοιβαίας στρατιωτικής συνδρομής. Πρόκειται για ένα γεγονός με βαρύνουσα σημασία επειδή το Πακιστάν διαθέτει πυρηνικά όπλα. Το Ισλαμαμπάντ έχει επίσης αυξήσει την επιρροή του στη Λιβύη και το Σουδάν, μέσω της εξαγωγής αμυντικού υλικού. Εχει ακόμα εκφράσει την πρόθεσή του να συμμετάσχει με στρατιωτικές δυνάμεις στη συγκρότηση μιας διεθνούς ειρηνευτικής δύναμης για τη σταθεροποίηση της Γάζας.
Καταληκτικά, το Πακιστάν έχει καταφέρει τα τελευταία χρόνια να ενισχύσει την εικόνα του ως υπεύθυνου και αξιόπιστου παράγοντα. Η σταδιακή αυτή αναβάθμιση δεν περιορίζεται μόνο στον Περσικό Κόλπο, αλλά επηρεάζει ευρύτερα τις ισορροπίες στο στρατηγικό περιβάλλον της Ανατολικής Μεσογείου. Κάθε μεταβολή στο περιφερειακό πλέγμα συμμαχιών και συνεργασιών επηρεάζει έμμεσα τις αντιλήψεις ισχύος, τις διπλωματικές επιλογές και τις στρατηγικές προτεραιότητες των κρατών της περιοχής μας. Η ελληνική διπλωματία οφείλει να αξιολογήσει αυτή την εξέλιξη με νηφαλιότητα και στρατηγική διορατικότητα.
*Ο κ. Μάνος Καραγιάννης είναι καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και Reader in International Security στο King’s College London.

