Είναι μέγιστο αν και θλιβερό προνόμιο να ζει κανείς σήμερα, να διαπιστώνει από πρώτο χέρι πόσο απέτυχε η ανθρωπότητα στην προσπάθεια να κυβερνήσει εαυτήν. Ο Ντόναλντ Τραμπ και τα πρωτοπαλίκαρά του στην ηγεσία της υπερδύναμης εκπροσωπούν αυτή την καθοριστική ήττα, καθώς δεν βρέθηκαν στην εξουσία διά της βίας ή κάποιου άλλου πρωτόγονου τρόπου, αλλά μέσα από τις διαδικασίες της δημοκρατίας, του πολιτεύματος που δικαίως θεωρείται κορωνίδα όλων των πολιτικών συστημάτων που δοκίμασε ο άνθρωπος. Χάρη στην τεχνολογία και στα κοινωνικά δίκτυα –και στον αχαλίνωτο ναρκισσισμό των πρωταγωνιστών– βρισκόμαστε όλοι στην πρώτη σειρά του παγκόσμιου γίγνεσθαι. Βλέπουμε σε πραγματικό χρόνο και σε μεγάλο βάθος ποιοι είναι αυτοί που καθορίζουν την τύχη του κόσμου. Το συμπέρασμα είναι αναπόφευκτο – εάν ο πολιτισμός μας επιζήσει άλλα τρία χρόνια απ’ όλο αυτό θα είναι θαύμα. Η παρηγοριά είναι μία: μπορεί να πεθάνουμε, όμως, θα πεθάνουμε γελώντας.
Εδώ δεν χρειάζεται σκυθρωποί πολίτες σε ουρές για λάχανα να ψιθυρίζουν ανέκδοτα για να γελοιοποιηθεί το καθεστώς, όπως συνέβαινε στη Σοβιετική Ενωση· οι «Τραμπ και Φίλοι» το πετυχαίνουν οι ίδιοι, φωναχτά.
Στη μακρά πορεία της ανθρωπότητας, θα υπήρξαν ηγεσίες ακόμη πιο ανίκανες και επικίνδυνες για τους γύρω τους. Ομως, πριν από τις δικές μας ημέρες, οι διεργασίες του μυαλού του καθενός δεν γίνονταν κτήμα όλων, όπως συμβαίνει καθημερινώς με τις αναρτήσεις του Τραμπ και των συμβούλων του στα κοινωνικά δίκτυα. Επιπλέον, στο παρελθόν ουδείς ηγέτης διέθετε το ένα χιλιοστό της φονικής ισχύος που έχει ο Τραμπ στα δάκτυλά του. Το ποιος είναι και το τι κάνει δεν έχουν μόνο ιστορικό ενδιαφέρον, μπορούν να καθορίσουν το μέλλον του πλανήτη μέσα σε λίγα μόνο λεπτά. Παλιότερα, όταν οι άνθρωποι αντιμετώπιζαν εχθρικές ηγεσίες, δυστυχία και κίνδυνο, επιστράτευαν το μαύρο χιούμορ ως μορφή αντίστασης, για να αντέξουν. Στη σοβιετική εποχή, π.χ., το χιούμορ των πολιτών υπονόμευε την πλαστή εικόνα ευημερίας και ηγετικής σοφίας που το καθεστώς επέβαλλε. Στις δικές μας ημέρες, οι ίδιοι υπονομεύουν εαυτούς. Ερωτηθείς από τους New York Times (τον Ιανουάριο) εάν υπάρχουν όρια στη συμπεριφορά του, ο Τραμπ απάντησε, «Ναι, υπάρχει κάτι. Η δική μου ηθική. Το δικό μου μυαλό. Είναι το μόνο που μπορεί να με σταματήσει». Αυτό το μυαλό επικεντρώνεται σε κινήσεις επικίνδυνες και απερίσκεπτες, σε παραληρήματα μεγαλείου και σε εκδηλώσεις μνημειώδους μνησικακίας. Τις τελευταίες ημέρες είδαμε πως η λατρεία του εαυτού του εξελίχθηκε από το να σχολιάζει ότι θα μπορούσε να εκλεγεί πάπας, στο να αναρτά εικόνα του εαυτού του ως Χριστό και την ίδια ώρα να καβγαδίζει με τον Πάπα Λέοντα, ο οποίος είχε το «θράσος» να μιλήσει εναντίον του πολέμου που ο Αμερικανός πρόεδρος εξαπέλυσε. Ο δε αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, ο κατά δήλωση πιστός καθολικός Τζέι Ντι Βανς, συμβούλευσε τον πάπα να προσέχει τα λόγια του, να γνωρίζει τη θέση του. Ο «υπουργός Πολέμου» Πιτ Χέγκσεθ (πιστός των εθνικιστών-ευαγγελιστών), εκφώνησε «προσευχή» που ήταν παραλλαγή μέρους του σεναρίου της ταινίας «Pulp Fiction» του Κουέντιν Ταραντίνο. Εδώ δεν χρειάζεται σκυθρωποί πολίτες σε ουρές για λάχανα να ψιθυρίζουν ανέκδοτα για να γελοιοποιηθεί το καθεστώς, οι «Τραμπ και Φίλοι» το πετυχαίνουν οι ίδιοι, φωναχτά.
Σε αυτό το περιβάλλον, οι απειλές του Τραμπ ότι θα «σβήσει τον πολιτισμό» του Ιράν, η αδιαφορία του για τις συνέπειες των πράξεών του, οι εκδηλώσεις χαράς για τον θάνατο πολιτικών αντιπάλων, η ανάρτηση βίντεο που εμφανίζει το ζεύγος Ομπάμα ως πιθήκους, δεν σοκάρουν, απλώς επιβεβαιώνουν την αναπότρεπτη κυριαρχία του γελοίου. Γνωρίζοντας ότι η μοίρα μας είναι στα χέρια αυτών, η τελευταία γραμμή άμυνας είναι το γέλιο. Και η ελπίδα πως κι αυτή η εποχή θα περάσει.

