Πώς να διαβάζετε περισσότερα βιβλία

7' 17" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

To 2003 ο μέσος άνθρωπος μπορούσε να ασχοληθεί με κάτι για 2,5 λεπτά συνεχόμενα κατά μέσο όρο, πριν αφαιρεθεί ή στρέψει την προσοχή του σε κάτι άλλο. Το 2025, ο αντίστοιχος μέσος όρος ήταν 40 δευτερόλεπτα. Είναι ένα φαινόμενο, βεβαίως, που δεν χρειάζεται να διαβάσετε τις έρευνες για να το πιστέψετε. Το βλέπουμε όλες και όλοι στην καθημερινότητά μας. Κάνουμε περισσότερα πράγματα κατά τη διάρκεια της ημέρας και, έχοντας διαθέσιμα ολοένα και περισσότερα ερεθίσματα, δυσκολευόμαστε να εστιάσουμε σε κάθε ένα πράγμα ξεχωριστά. Όταν το 2022 ρώτησαν τους Βρετανούς «πόσες φορές κοιτάζετε το κινητό σας», ο μέσος όρος των απαντήσεων ήταν «20 φορές την ημέρα». Αλλά όταν οι ερευνητές τσέκαραν τα κινητά τους, διαπίστωσαν ότι στην πραγματικότητα τα κοιτάζουν κατά μέσο όρο 80 φορές την ημέρα. Ο μέσος Αμερικανός, δε, κοιτάζει το κινητό του 144 φορές την ημέρα. Οι Έλληνες περνούν το 1/3 της ημέρας τους κοιτάζοντας οθόνες.

Αυτός ο τρόπος ζωής, ο εθισμός μας στις οθόνες, η διαρκής ανάγκη για ολοένα περισσότερα ερεθίσματα στριμωγμένα στον ίδιο χρόνο, έχει συνέπειες. Έμμεσες και άμεσες. Το μέσο τραγούδι τη δεκαετία του 1990 διαρκούσε 4 λεπτά και 14 δευτερόλεπτα. Τη δεκαετία του διανύουμε, διαρκεί 3:15. Όλα πρέπει να γίνονται πιο γρήγορα, πιο σύντομα, πιο εύκολα. Στο Netflix λένε στους δημιουργούς των σειρών να βάζουν τους πρωταγωνιστές να επαναλαμβάνουν βασικά στοιχεία της πλοκής, επειδή οι τηλεθεατές πλέον βλέπουν επεισόδια χαζεύοντας και στο κινητό ή κάνοντας μια άλλη ασχολία, και δεν προσέχουν πάρα πολύ καλά τι συμβαίνει στην υπόθεση. Και υπάρχουν και σοβαρότερες επιπτώσεις. Έρευνες έχουν δείξει ότι, περνώντας πολύ χρόνο μπροστά σε οθόνες, πηδώντας από δραστηριότητα σε δραστηριότητα, επιβαρύνουμε τη σωματική και την ψυχική μας υγεία, την ποιότητα του ύπνου και την ικανότητά μας να συγκεντρωνόμαστε και να λύνουμε δύσκολα προβλήματα ή να κάνουμε περίπλοκες σκέψεις.

Και κάτι άλλο: σταματάμε να διαβάζουμε μεγάλα κείμενα.

Οι επιπτώσεις των οθονών στην ικανότητα (ή και την επιθυμία μας) να διαβάζουμε βιβλία είναι ένα θέμα πάρα πολύ σοβαρό που με απασχολεί για διάφορους λόγους (και ιδιοτελείς) αλλά που θεωρώ ότι έχει και προεκτάσεις βαθύτερες στο πού είμαστε και πού πάμε ως είδος.

Σήμερα το 35% των Ελλήνων παραδέχονται ότι τους τελευταίους 12 μήνες δεν διάβασαν κανένα βιβλίο. Και δεν είναι μόνο οι Έλληνες. το 40% των Βρετανών παραδέχονται ότι δεν διάβασαν ούτε ένα βιβλίο τους προηγούμενους 12 μήνες. Μόνο το 50% ισχυρίζονται ότι διαβάζουν τακτικά (από 58% το 2015). Και πρέπει να θυμόμαστε το εξής: σε τέτοιες έρευνες, οι άνθρωποι κατά κανόνα λένε ψέματα. Πολύ συχνά απαντούν αυτό που θεωρούν ότι οι ερευνητές θέλουν να ακούσουν. Οπότε το πραγματικό νούμερο των ανθρώπων που διαβάζουν είναι μικρότερο. Αρκεί μια κουβέντα με ένα δάσκαλο ή μια καθηγήτρια σχολείου, με εμπειρία 20-25 χρόνων, για να καταλάβετε το μέγεθος του προβλήματος. Τα παιδιά διαβάζουν ολοένα και λιγότερο βιβλία. Οι γονείς τους, επίσης, διαβάζουν ολοένα και λιγότερα βιβλία. Για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία, οι δεξιότητες κατανόησης κειμένου των ενηλίκων στις χώρες του ΟΟΣΑ μειώνονται.

Βεβαίως, δεν φταίνε μόνο τα κινητά και τα social media για το ότι ο κόσμος δεν διαβάζει πια μεγάλα κείμενα και βιβλία. Δεν ήξεραν όλοι οι άνθρωποι του 1990 απ’ έξω τον Καζαντζάκη και τον Τόμας Μαν. Αλλά είναι βέβαιο ότι η κατάσταση χειροτερεύει. Το ποσοστό των Αμερικανών που δηλώνουν ότι διαβάζουν για ψυχαγωγία μειώθηκε κατά 40% τα τελευταία 20 χρόνια. Και η δικαιολογία όσων παραδέχονται ότι δεν διαβάζουν, ή όσων διαβάζουν λίγο, είναι η ίδια: ότι δεν έχουν χρόνο. Αλλά ο μέσος Βρετανός περνά 3 ώρες και 21 λεπτά κάθε μέρα στο κινητό. Ο μέσος αμερικανός, 4,5 ώρες. Χρόνος, δηλαδή, υπάρχει. Απλά δεν τον αφιερώνουμε στο διάβασμα, αλλά στο doomscrolling και τα παιχνίδια.

Αν θεωρήσουμε ότι το διάβασμα είναι κάτι που μας κάνει καλό, αν παραδεχτούμε ότι η τριβή με το γραπτό λόγο και η ικανότητα εστίασης της προσοχής σε κάτι για πολλή ώρα είναι δεξιότητες που θα θέλαμε να αναπτύξουμε, τότε τι κάνουμε; Υπάρχει πρόβλημα εδώ. Πώς σταματάμε να τσεκάρουμε το κινητό ογδόντα ή εκατό φορές την ημέρα; Πώς πείθουμε τον εαυτό μας να μην πετάγεται από οθόνη σε οθόνη και από ειδοποίηση σε ερέθισμα διαρκώς; Πώς ξαναρχίζουμε το διάβασμα;

Υπάρχουν διάφοροι τρόποι. Υπάρχουν τεχνικές, υπάρχουν κόλπα. Είμαι σίγουρος ότι εσείς, που αυτή τη στιγμή διαβάζετε μεν σε μια οθόνη, αλλά ένα κείμενο μακροσκελές, 1600 λέξεις μακρύ, χρησιμοποιείτε κάποια από αυτά. Εχτές, εγώ δοκίμασα κάτι άλλο.

Έχω φτιάξει το «241020 Club», μια μικρή «λέσχη» αναγνωστών και αναγνωστριών, μια ομάδα ανθρώπων με κοινά ενδιαφέροντα και παρόμοια χαρακτηριστικά. Κάνουμε διάφορα πράγματα μαζί. Έχουμε ένα κλειστό γκρουπ στο WhatsApp στο οποίο τους στέλνω ενδιαφέροντα πράγματα που βρίσκω στο ίντερνετ και, κυρίως, οργανώνουμε συναντήσεις με διάφορα θέματα και αφορμές (έχουμε συναντηθεί σε έντεκα διαφορετικές πόλεις του κόσμου). Τις προάλλες τους έστειλα ένα μήνυμα με την εξής πρόσκληση: οι 12 πρώτες και πρώτοι που θα δήλωναν συμμετοχή, θα έρχονταν μια συγκεκριμένη ημέρα και ώρα σε έναν φιλόξενο χώρο στο κέντρο της Αθήνας, για να κλειστούμε σε ένα δωμάτιο για δύο ώρες, χωρίς κινητά, χωρίς καθόλου οθόνες, χωρίς να μιλάμε, καν, για να κάνουμε μόνο ένα πράγμα: να διαβάσουμε ένα βιβλίο. Ολόκληρο. Διάλεξα μια νουβέλα που διαβάζεται μονορούφι: το καταπληκτικό «Οι Άγγλοι Καταλαβαίνουν το Μαλλί» της Έλεν ντε Γουίτ, που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις ΔΩΜΑ σε εξαιρετική μετάφραση της Μαριλένας Καραμολέγκου. Είναι 85 σελιδούλες, εύκολο να βγει σε λιγότερο από δύο ώρες. Συναντηθήκαμε εχτές το απόγευμα, με καφέδες και βουτήματα, σε καρέκλες και πουφ, πήραμε τα βιβλία μας, και διαβάσαμε.

Εγώ, πρέπει να σας πω, το κρατάω ακόμα, και το κάνω όσο πιο συχνά γίνεται. Διαβάζω για συνεχόμενα χρονικά διαστήματα, μακριά από οθόνες, ειδικά σε περιόδους διακοπών. Και πάλι, όμως, η καταναγκαστική απομόνωση για δύο ώρες χωρίς καθόλου notifications από συσκευές, παιδιά ή άλλους ανθρώπους, αλλά μαζί με άλλους ανθρώπους, ήταν κάτι ποιοτικά αλλιώτικο. Η δικιά μου εμπειρία ήταν η εξής: ήταν σαν να ξαναθυμάμαι κάτι από παλιά. Σαν να επιστρέφω στο κτίριο του Δημοτικού σχολείου και όλα να μου φαίνονται μικρά, αλλά γνώριμα. Στην αρχή, αναμενόμενα, προέκυψε η γνώριμη δυσκολία: το μυαλό μετά την 3η ή την 4η παράγραφο πήγαινε να ξεφύγει, να σκεφτεί πράγματα άσχετα. Ήξερα ότι, αν υπήρχε στο χώρο οθόνη (λάπτοπ, κινητό), το χέρι θα πήγαινε εκεί. Αλλά τα κινητά ήταν σε μια πάνινη τσάντα σε άλλο δωμάτιο, τα λάπτοπ σε τσάντες κλεισμένα, οπότε το χέρι δεν είχε πού να πάει και το μυαλό έφευγε μόνο σε σκέψεις. Και μετά ξαναγύριζε. Το κείμενο βοηθούσε. Μολονότι εγώ το είχα ξαναδιαβάσει το βιβλίο, η πλοκή έρεε, η ιστορία της μικρής πρωταγωνίστριας είναι συναρπαστική (και ξεκαρδιστική) γεμάτη αναπάντεχες ανατροπές και, ως εκ τούτου, μετά από λίγο, το μυαλό άλλαξε. Συνήθισε. Την ένιωσα τη διαφορά, και ήταν μεγάλη. Η σκέψη άρχισε να μην φεύγει κάθε 3-4 παραγράφους. Έμενε στο κείμενο περισσότερο. Ήταν σαν μια σταδιακή, αργόσυρτη έκρηξη διαύγειας, σαν οι λέξεις στο χαρτί να γίνονταν με την ώρα πιο καθαρές. Και ήταν μια μορφή ηρεμίας και γαλήνης, που πολλές και πολλοί σχεδόν έχουμε ξεχάσει. Η εμπειρία της ανάγνωσης ενός κειμένου (και μάλιστα ενός καλογραμμένου κειμένου) για πολλή ώρα είναι εντελώς διαφορετική μορφή απόλαυσης από το doomscrolling. Λιγότερο στιγμιαία και ξέφρενη, αλλά πιο βαθιά και γαλήνια. Όταν τελείωσα το βιβλίο στενοχωρήθηκα. Δεν είχα χορτάσει γαλήνη. Άρχισα να γράφω αυτό το μέρος του άρθρου, την παράγραφο που διαβάζετε τώρα, σε ένα σημειωματάριο, με στιλό (αυτό επιτρεπόταν) περιμένοντας τους άλλους και τις άλλες να τελειώσουν. Και μετά, αρχίσαμε να συζητάμε, και για το βιβλίο, και για την εμπειρία.

Δεν είχαν όλες και όλοι την ίδια. Κάποιοι ισχυρίστηκαν ότι διαβάζουν με αυτό τον τρόπο συχνά. Ένα από τα μέλη μας εξήγησε πώς έχει σβήσει πολλά apps (κυρίως τα social media) από το κινητό, και έχει σβήσει τις ειδοποιήσεις γενικώς, πράγμα που τον βοηθά πολύ. Άλλοι, όπως κι εγώ, συνηθίζουν να βάζουν το κινητό σε άλλο δωμάτιο όταν θέλουν να διαβάσουν. Την μεγαλύτερη δυσκολία αντιμετωπίζουν όσες και όσοι έχουν παιδιά, και νιώθουν υποχρεωμένοι να είναι δίπλα στο κινητό ανά πάσα στιγμή. Ένα μέλος είπε πώς έχει βρει μια λύση και γι’ αυτό το πρόβλημα -πήγε με το παιδί της για διακοπές σε μέρος που δεν είχε ίντερνετ. Τελικά, με την κουβέντα, μας πήρε τρεις ώρες το όλον. Με τα κινητά ξεχασμένα στην πάνινη τσάντα.

Υπάρχει πρόβλημα, πάντως. Ακόμα και άνθρωποι σαν αυτούς, που διαβάζουν περισσότερο από το μέσο όρο, το αναγνωρίζουν στους εαυτούς και, κυρίως, στα παιδιά τους. «Ο γιός μου με παρακάλαγε να του παίρνω βιβλία, με πίεζε», είπε κάποιος, «μέχρι που πήρε κινητό και Playstation. Τώρα νιώθω ότι τον πιέζω εγώ».

Κι εσείς, φαντάζομαι, αντιμετωπίζετε παρόμοια προβλήματα. Ίσως να βγάζετε τις συσκευές, όπως αυτήν που κοιτάζετε τώρα, σε άλλο δωμάτιο όποτε θέλετε να διαβάσετε κάτι μεγαλύτερο, χάρτινο, πιο πλούσιο. Ή μπορεί κι εσείς να πηγαίνετε επίτηδες διακοπές σε μέρη χωρίς ίντερνετ. Εμείς, λοιπόν, σας προτείνουμε να δοκιμάσετε και κάτι άλλο: να μαζευτείτε σε ομάδες. Και να δοκιμάσετε να αναπτύξετε μια από τις πιο δύσκολες αλλά απαραίτητες άμυνες της εποχής μας, μαζί.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT