Το πασχαλινό αντάμωμα της ελληνικής περιφέρειας μετασχηματίζεται σε reunion, που αφήνει μια όλο και πιο πικρή αίσθηση στο στόμα. Πρώτα ο Κώστας. Ηρθε από τη Γερμανία μαζί με τη γυναίκα του και τα δύο παιδιά τους για να δουν γονείς, συγγενείς και φίλους. «Ηρέμησα. Μεγαλώνω τα παιδιά μου χωρίς άγχος. Εχω πρόγραμμα. Εδώ, έφτασα να έχω άγχος 25 ώρες την ημέρα. Ακόμα και στον ύπνο μου άγχος είχα», απαντάει στην ερώτηση πώς είναι η ζωή τους εκεί. Μηχανικός ηλεκτρονικών υπολογιστών σπούδασε. Αρχικά δούλεψε εδώ. Η απόφαση με τη γυναίκα του να κάνουν οικογένεια συνέπεσε με την οικονομική κρίση. Ανιση μάχη, που έληξε με την απόφαση να φύγουν στο εξωτερικό.
Ο Βαγγέλης δεν κατάφερε να είναι το Πάσχα εδώ. Επρεπε να βρίσκεται στη Σεούλ για ένα συμβόλαιο έγκαιρης ανίχνευσης κινδύνου πυρκαγιάς που κέρδισε η εταιρεία που ίδρυσε με δύο συμφοιτητές του από το Πολυτεχνείο. Εδρα και γι’ αυτούς, η Γερμανία.
Δίπλα στο πατρικό σπίτι, άγνωστα αυτοκίνητα. Νοικιασμένα από το αεροδρόμιο. Η γειτόνισσα υποδέχθηκε τους δύο γιους της. Γιατροί. Ο ένας έχει εγκατασταθεί εδώ και χρόνια στη Σουηδία. Ο άλλος, αφού δοκίμασε την ελληνική εμπειρία, αποφάσισε να φύγει στο εξωτερικό και κατέληξε στην Αγγλία. «Ούτε εκεί είναι εύκολα. Είναι πιο εύκολο να προγραμματίσεις, όμως. Ξέρεις από πού ξεκινάς και πού μπορείς να φτάσεις, ξέρεις πόσο θα δουλέψεις, ξέρεις πόσο θα αμειφθείς. Είναι όλα πιο σταθερά», λέει, συγκρίνοντας τη δουλειά εκεί με όσα έζησε ως εργαζόμενος στο ΕΣΥ.
Η κεντρική πλατεία, γεμάτη. Καρφίτσα δεν πέφτει. Στο διπλανό τραπέζι, μια παρέα νεαρών υποδέχονται τον φίλο τους, παλιό συμμαθητή, που ήρθε για το Πάσχα. Τον παρακολουθούν να τους μιλάει για τη ζωή του σε κάποια χώρα του εξωτερικού. Δεν ακούω σε ποια, λίγη σημασία έχει άλλωστε. Απολαμβάνει τον χαλαρό καφέ καθώς τους περιγράφει το αγχώδες lunch break, το μόνο διάλειμμα που έχει μέσα στη μέρα.
Μια πόλη ολόκληρη υποδέχεται για λίγες μέρες τα παιδιά της, ζει τη χαρούμενη αναστάτωση της επιστροφής μιας ολόκληρης γενιάς. Πριν βυθιστεί ξανά στην προσμονή της επόμενης επίσκεψης, πριν αρχίσει να μετράει τις μέρες αντίστροφα, πριν μελαγχολήσει καθώς ερημώνει και γερνάει.

