Πού οδεύει η «Διεθνής» των τραμπικών

3' 27" χρόνος ανάγνωσης

Βρισκόμαστε σε μια ιδιότυπη συγκυρία για την ευρωπαϊκή άκρα Δεξιά. Για πρώτη φορά εδώ και κάποια χρόνια, το πολιτικό της σημείο αναφοράς εκτός Ευρώπης –ο Ντόναλντ Τραμπ– δεν εκπέμπει εικόνα ισχύος, αλλά αμφισβήτησης. Πόλεμος, πληθωρισμός και ένα κύμα διαδηλώσεων από Αμερικανούς πολίτες εντός και εκτός της χώρας καταδεικνύουν την τρωτότητα του «Τραμπικού μοντέλου». Αν όντως αποδυναμώνεται ο Τραμπ, τι σημαίνει αυτό για τους Eυρωπαίους συνοδοιπόρους του;

Η ιστορική εμπειρία προσφέρει δύο λόγους βάσει των οποίων θα ανέμενε κανείς σημαντικές επιπτώσεις. Ο πρώτος λόγος αντλείται από την αναλογία με το 1990: η κατάρρευση του σοβιετικού μπλοκ έθεσε τα κομμουνιστικά κόμματα της Δυτικής Ευρώπης μπροστά σ’ ένα υπαρξιακό δίλημμα: Προσαρμογή, ρήξη ή επιμονή; Οπως έχει δείξει ο Νίκος Μαραντζίδης μέσα από το σχήμα του Αλμπερτ Χίρσμαν, η «πίστη» αποδείχθηκε σε πολλές περιπτώσεις η λιγότερο καταστροφική στρατηγική μεσοπρόθεσμα. Η εμπειρία αυτή θέτει ένα ευρύτερο ερώτημα: Πώς αντιδρούν πολιτικές οικογένειες όταν το διεθνές τους σημείο αναφοράς κλονίζεται – και κατά πόσον μια τέτοια αποσταθεροποίηση μπορεί να μεταφραστεί σε απώλεια πολιτικής ισχύος;

Η άκρα Δεξιά δεν διαθέτει βεβαίως την οργανωμένη διεθνική δομή που είχε το κομμουνιστικό κίνημα, αλλά είναι ίσως η μόνη σύγχρονη πολιτική οικογένεια που λειτουργεί με τόσο έντονο τρόπο διακρατικά στο επίπεδο συμβόλων και προτύπων. Από τον Τραμπ μέχρι τη Λεπέν και τον Ορμπαν, οι ηγέτες της αλληλοτροφοδοτούνται. Μια φθορά στον έναν, λοιπόν, δεν είναι αδιάφορη για τους άλλους.

Ο δεύτερος λόγος αφορά τη δυναμική της διατλαντικής ρήξης. Η σημερινή συγκυρία δοκιμάζει ανοιχτά τη σχεδόν αυτονόητη, μεταπολεμικά, συμμαχία Ευρώπης και Ηνωμένων Πολιτειών. Σε παρόμοιες ιστορικές συνθήκες έχουν ενεργοποιηθεί μηχανισμοί πολιτικής απομόνωσης απέναντι σε ό,τι εκλαμβάνεται ως «εξωτερική απειλή»: στις αρχές του 20ού αιώνα, το κομμουνιστικό «φάντασμα» αντιμετωπίστηκε σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, συμπεριλαμβανομένης της δικής μας, ως αντεθνικό, ως «πέμπτη φάλαγγα». Θα μπορούσε κάτι αντίστοιχο να συμβεί σήμερα με την άκρα Δεξιά, στον βαθμό που συνδέεται συμβολικά με τον Τραμπ;

Κι όμως, από αυτό το σημείο μέχρι την πρόβλεψη μιας ευρύτερης υποχώρησης της άκρας Δεξιάς, η απόσταση παραμένει μεγάλη – και τα ίδια αυτά παραδείγματα δείχνουν γιατί.

Από τη μία πλευρά, η αναλογία με το «κομμουνιστικό φάντασμα που πλανάται πάνω από την Ευρώπη» προϋποθέτει κάτι που σήμερα απουσιάζει: τη συντεταγμένη αντίδραση των εθνικών ελίτ. Σε αντίθεση με τη μαζική και σχετικά συνεκτική στάση που διαμορφώθηκε ιστορικά από τις πολιτικές ελίτ απέναντι στην (εκλαμβανομένη ως) κομμουνιστική απειλή, η σημερινή εικόνα είναι πολύ πιο κατακερματισμένη. Τα συστημικά κόμματα, με πρώτο το κυβερνών δικό μας, δεν συγκροτούν ένα ενιαίο μέτωπο απέναντι στον Τραμπ, ενώ και τα ακροδεξιά κόμματα διαφέρουν ως προς την ελαστικότητα της φιλοτραμπικής στάσης τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η άρνηση της Μελόνι, μιας εκ των σημαντικότερων συμμάχων του Τραμπ στην Ευρώπη, να συνεισφέρει στην πολεμική επιχείρηση κατά του Ιράν. Κι έτσι, η σύνδεση με τον Τραμπ δεν μπορεί επ’ ουδενί να μετατραπεί σε πολιτικό στίγμα με όρους «πέμπτης φάλαγγας» για την άκρα Δεξιά.

Από την άλλη πλευρά, η αναλογία με την πτώση του τείχους ενέχει ένα βαθύτερο πρόβλημα. Η εκλογική δύναμη της άκρας Δεξιάς δεν στηρίζεται πρωτίστως στην «επιτυχία» των ηγετών της – δεν είναι ένα ρεύμα που αντλεί τη δυναμική του από επιδόσεις διακυβέρνησης ή αξιολόγηση αποτελεσμάτων. Η άνοδός της συνδέεται με κάτι βαθύτερο: τη μετατόπιση των ίδιων των κανόνων του πολιτικού λόγου, του τι είναι θεμιτό να λέγεται και να υποστηρίζεται δημόσια. Οταν μεταβάλλονται τα όρια του επιτρεπτού, η πολιτική σύγκρουση μεταφέρεται σε νέο πεδίο, όπου η προηγούμενη «ακραία» θέση παύει να φαίνεται ακραία.

Αυτοί οι κανόνες έχουν μια ιδιότητα που γνωρίζουμε και από την καθημερινή ζωή: όπως οι μισθοί συνήθως ανεβαίνουν αλλά σπανίως κατεβαίνουν, έτσι και οι πολιτικές νόρμες μπορούν να αλλάξουν προς μία κατεύθυνση, αλλά σπανίως επιστρέφουν με την ίδια ευκολία. Πειραματικά ευρήματα από την Ισπανία δείχνουν ότι οι προσπάθειες επαναστιγματοποίησης της άκρας Δεξιάς δεν αποδίδουν. Είναι ευκολότερο να σπάσεις το γυαλί παρά να το ξανακολλήσεις. Ακόμη κι αν το πρότυπο του Τραμπ αποδυναμωθεί, οι ανησυχίες για τη μετανάστευση, την ασφάλεια ή την πολιτισμική αλλαγή είναι πια στην ατζέντα και έχουν τη δική τους δυναμική. Το τζίνι έχει βγει από το μπουκάλι – και οι αμερικανικές εξελίξεις δεν θα κάνουν πολλά για να το ξανακλείσουν.

*O κ. Ηλίας Ντίνας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης και κάτοχος της ελβετικής έδρας στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο της Φλωρεντίας.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT