«Η επιστήμη είναι σαφής: Οταν ένα παιδί περνάει ώρες μπροστά στην οθόνη, το μυαλό δεν ξεκουράζεται. Γι’ αυτό και αποφασίσαμε να προχωρήσουμε σε κάτι δύσκολο, αλλά απαραίτητο. Να απαγορεύσουμε την πρόσβαση στα social media σε παιδιά κάτω των 15 ετών», ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός σε βίντεο που ανέβασε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Χρησιμοποίησε, μάλιστα, στην εισαγωγή, ένα τέχνασμα για να κερδίσει την προσοχή του εφηβικού κοινού. Τη φράση «six-seven» (έξι-επτά), που συνοδεύεται από μια χαρακτηριστική κίνηση, σαν ζύγισμα, των χεριών. Ενα viral trend που ξεκίνησε από το TikTok και είναι πολύ δημοφιλές ανάμεσα σε παιδιά και εφήβους. Μάλιστα το Dictionary.com είχε ανακηρύξει το «6-7» λέξη της χρονιάς για το 2025. Από εκεί και πέρα, όρεξη να έχει κανείς για να διαβάζει «αναλύσεις» για το τι σημαίνει και από πού μπορεί να προέρχεται. Συνοψίζοντας: «Είναι άνευ νοήματος, πανταχού παρόν και παράλογο – με άλλα λόγια, έχει όλα τα χαρακτηριστικά του διαδικτυακού brainrot (σ.σ. λέξη της χρονιάς για το 2024). Παρ’ όλα αυτά, παραμένει σημαντικό για όσους το χρησιμοποιούν, γιατί λειτουργεί ως κώδικας επικοινωνίας».
Μάλιστα. Εχει αναμφίβολα ενδιαφέρον το γεγονός ότι ο πρωθυπουργός για να ανακοινώσει κάτι κρίσιμο για την καθημερινότητα όσων γεννήθηκαν από 1/1/2012 καταφεύγει στην πιο μοδάτη εκδοχή της γλώσσας τους, αντί προλόγου. Θα μπορούσαμε να το θεωρήσουμε ένα παιγνιώδες τρικ. Απλώς. Να το προσπεράσουμε για να σταθούμε στην ουσία του μέτρου που εξήγγειλε. Είναι όμως έτσι; Είναι όλα τόσο αθώα και αναλώσιμα κι εμείς αναζητούμε εμμονικά αυτό που κρύβεται «κάτω από τις λέξεις» και «μέσα από τις γραμμές»;
Το ηλικιακό γκρουπ του πρωθυπουργού, προφανώς, δεν είναι τα παιδιά. Στους γονείς απευθύνεται και καμώνεται πως μιλάει στους 14χρονους. Μιλάει ως συναινετικός «πατέρας» («ο ρόλος μας και ο δικός μου, δεν είναι να είμαστε πάντα ευχάριστοι»), με λογική και νοιάξιμο («…το μοντέλο κέρδους που βασίζεται στη δική σας προσοχή, στον πόσο καιρό εσείς περνάτε μπροστά στην οθόνη του κινητού και στερεί και τη δική σας αθωότητα και ελευθερία, κάπου πρέπει να σταματήσει»).
Γονείς και εκπαιδευτικοί αισθάνονται αδύναμοι και ανεπαρκείς να τα βγάλουν πέρα με αυτόν τον νέο ανθρωπότυπο που «παράγεται» μέσα από τα σόσιαλ μίντια.
Το να είσαι μέσα στη ζωή και να παρακολουθείς την εποχή σου δεν μεταφράζεται σε «υιοθετώ το ύφος σας για να δείξω ότι σας καταλαβαίνω». Γιατί το ύφος αυτό είναι και θα παραμείνει ξένο σε όσους το δανείζονται για να υπονοήσουν ότι κατανοούν τα παιδιά. Η σλανγκ των εφήβων δεν γίνεται ποτέ κτήμα των ενηλίκων. Οχι μόνο τώρα, την εποχή που όλα αλλάζουν σε μια μέρα, αλλά ανέκαθεν. Είτε είναι μυστική και συνωμοτική είτε εξωστρεφής και ανοιχτή.
Οι συζητήσεις για την εφηβική παραβατικότητα, για τα αποδεδειγμένα πολύ σοβαρά που επισημαίνονται για την επιρροή των σόσιαλ μίντια στην ψυχική υγεία των νέων, ένα κυρίως δηλώνουν: ως κοινωνία έχουμε ηττηθεί. Οχι μόνο γιατί ένας μεγάλος αριθμός παιδιών είναι είτε παχύσαρκα είτε διαταραγμένα ή με συμπτώματα κατάθλιψης, βίαια, θύτες ή θύματα, διαδικτυακού όπως και διά ζώσης, εκφοβισμού. Αλλά και γιατί τα συστήματα που διαμορφώνουν τον ψυχισμό τους (οικογενειακό και εκπαιδευτικό) πάσχουν. Νοσούν και πάσχουν. Γονείς και εκπαιδευτικοί είναι εξαντλημένοι. Αισθάνονται αδύναμοι και ανεπαρκείς να τα βγάλουν πέρα με αυτόν το νέο ανθρωπότυπο που «παράγεται» μέσα από τα σόσιαλ μίντια. Κάποιοι νιώθουν ελλιπείς, κάποιοι άλλοι σε σύγχυση, κάποιοι είναι τραγικά αδιάφοροι ή ανίκανοι. Τα τόσο αναγκαία και πολυσυζητημένα όρια –απαραίτητα για την ανάπτυξη των ανηλίκων (και όχι μόνον)– δεν είναι αυτοφυή. Τίθενται από εκείνους που έχουν την εξουσία, συμβολική και πραγματική, και τη δυνατότητα να τα επιβάλλουν. Περιζήτητα τα όρια. Και θα γίνονται όλο και πιο δυσεύρετα μέσα σε ένα διεθνές περιβάλλον που διαρκώς απασφαλίζει και στο οποίο ο παραλογισμός επικρατεί ως νέα κανονικότητα. Η έκπληξη και οι αντιδράσεις δεν επαρκούν για να αντιστρέψουν το κλίμα. Και τα παιδιά εισπράττουν με πολλούς τρόπους την αβεβαιότητα, την ασάφεια, τον κυνισμό, την περιθωριοποίηση, τη δυσκολία επικοινωνίας.
Οι νέες γενιές μεγαλώνουν μέσα σε μια ασυνάρτητη πραγματικότητα. Οχι γιατί το «έξι-επτά» γίνεται viral. Αλλά γιατί όταν και οι ενήλικοι το επαναλαμβάνουν για να τραβήξουν την προσοχή, έχουν ήδη χάσει τη μάχη. Ζητούν συνθηκολόγηση, μήπως και περιορίσουν τις απώλειες.

