Ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε την Τετάρτη μέσω TikTok ότι τα παιδιά κάτω των 15 δεν θα μπορούν να χρησιμοποιούν το TikTok. Και το Instagram και το Facebook και όλα τα υπόλοιπα κοινωνικά δίκτυα που χρησιμοποιούν καθημερινά για την επικοινωνία τους. Η ειρωνεία είναι δύσκολο να αγνοηθεί. Το ίδιο Μέσο που πρόκειται να απαγορευτεί επελέγη για να ανακοινωθεί η απαγόρευσή του. Αλλά πίσω από την ειρωνεία κρύβεται ένα ουσιαστικότερο πρόβλημα.
Δεν αμφισβητώ ότι οι κίνδυνοι είναι πραγματικοί. Αλγόριθμοι σχεδιασμένοι να εθίζουν, περιεχόμενο που βλάπτει, πλατφόρμες που μεγιστοποιούν τον χρόνο μπροστά στην οθόνη. Αυτά είναι τεκμηριωμένα προβλήματα, που χρειάζονται αντιμετώπιση. Καταλαβαίνω για ποιο λόγο ανησυχούν οι γονείς – τα παιδιά μου δεν είναι πια κάτω των 15, αλλά δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τότε. Το ζήτημα, όμως, δεν είναι αν κάτι πρέπει να γίνει. Είναι αν αυτό που προτείνει ο πρωθυπουργός θα δουλέψει και τι συνέπειες θα έχει.
Ας ξεκινήσουμε από το προφανές: το ελληνικό κράτος δεν έχει κάνει σχεδόν τίποτα έως σήμερα για να υποστηρίξει τις οικογένειες σε αυτή την πρόκληση. Δεν υπάρχει συστηματική ενημέρωση, ούτε οργανωμένα συστήματα υποστήριξης των γονέων. Η κρατική εφαρμογή «KidsWallet» είναι ουσιαστικά άγνωστη στη συντριπτική πλειονότητά τους, το ίδιο και οι μηχανισμοί γονικής επίβλεψης που είναι ενσωματωμένοι σε κάθε συσκευή Apple ή Android. Αντί να δοκιμαστούν πρώτα αυτά τα μέτρα, πάμε κατευθείαν στην απαγόρευση. Η απαγόρευση δεν μπορεί να είναι πρώτη επιλογή – πρέπει να είναι πάντα η έσχατη λύση.
Υπάρχει ωστόσο και κάτι βαθύτερα προβληματικό: η λογική ότι το κράτος ξέρει καλύτερα από τους γονείς πώς να μεγαλώσουν τα παιδιά τους. Το κράτος δεν είναι η μαμά ή ο μπαμπάς μας. Η προστασία των παιδιών είναι πρωτίστως ευθύνη της οικογένειας, και ρόλος του κράτους είναι να εξοπλίζει τις οικογένειες με γνώση και εργαλεία, όχι να τις υποκαθιστά. Οταν απαγορεύεις αντί να εκπαιδεύεις, δεν βοηθάς τους γονείς: τους στέλνεις το μήνυμα ότι ούτε αυτοί ούτε τα παιδιά τους μπορούν να αντιμετωπίσουν τον κόσμο χωρίς κρατική κηδεμονία. Και έτσι μαθαίνουν ότι όταν κάτι δεν πάει καλά, φταίει πάντα το κράτος.
Αν η απαγόρευση λειτουργήσει, τα παιδιά δεν θα εξοικειωθούν σταδιακά με τα κοινωνικά δίκτυα. Θα περάσουν από τη μηδενική έκθεση στη χρήση τους, πάνω στην κορύφωση της εφηβείας τους.
Και εδώ έρχεται αυτό που συνήθως παραλείπεται: τι θα συμβεί στην πράξη. Τα παιδιά δεν θα σταματήσουν να χρησιμοποιούν κοινωνικά δίκτυα. Θα τα χρησιμοποιούν χωρίς καμία επίβλεψη και προστασία πίσω από VPN ή μέσα από λιγότερο γνωστές και λιγότερο ασφαλείς πλατφόρμες. Θα είναι λιγότερο πρόθυμα να αναφέρουν κακοποίηση, αφού αυτό θα σημαίνει παραδοχή ότι παραβίασαν τον νόμο. Και για να λειτουργήσει η επαλήθευση ηλικίας, θα χρειαστεί να ταυτοποιηθούμε όλοι, όχι μόνο τα παιδιά. Αυτό είναι ένα κόστος ιδιωτικότητας που η κυβέρνηση δεν έχει εξηγήσει πώς σκοπεύει να αντιμετωπίσει.
Υπάρχει και μία ακόμη συνέπεια που σπάνια συζητείται: αν η απαγόρευση λειτουργήσει, τα παιδιά δεν θα εξοικειωθούν σταδιακά με τα κοινωνικά δίκτυα. Θα περάσουν από τη μηδενική έκθεση στη χρήση τους, πάνω στην κορύφωση της εφηβείας τους, στα 15, χωρίς να έχουν χτίσει την ανθεκτικότητα που ακριβώς τότε θα χρειαστούν περισσότερο.
Στο ΚΕΦίΜ ετοιμάζουμε μελέτη για τη ρύθμιση της χρήσης κοινωνικών δικτύων από ανηλίκους. Το συμπέρασμα είναι ότι χρειαζόμαστε ένα σύνθετο μοντέλο: υποχρεώσεις ασφάλειας για τις πλατφόρμες, ψηφιακή παιδεία στα σχολεία, εργαλεία που ενδυναμώνουν τους γονείς. Η απλή απαγόρευση δεν αντιμετωπίζει την αιτία του προβλήματος – μετακινεί απλώς τα παιδιά σε πιο σκοτεινές γωνιές του Διαδικτύου.
Το Μέσο είναι το μήνυμα. Το γεγονός ότι ο πρωθυπουργός επέλεξε να ανακοινώσει την απαγόρευση στα κοινωνικά δίκτυα από τα κοινωνικά δίκτυα είναι ίσως το πιο ενδεικτικό για να κατανοήσουμε πού βρισκόμαστε: με την πράξη του αναγνώρισε ότι αυτά τα Μέσα είναι χρήσιμα, αλλά αποφάσισε να τα απαγορεύσει στα παιδιά μας αντί να μας βοηθήσει να τα μάθουμε να τα χρησιμοποιούν με ασφάλεια. Αυτή δεν είναι προστασία. Είναι παραίτηση.
*Ο κ. Νίκος Ρώμπαπας είναι πρόεδρος του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών.

