Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ιταλίας ήταν πολλά πράγματα. Ενα όμως σίγουρα το ξεχώριζε: ήταν το κόμμα της ηθικής ακεραιότητας. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, η αποκάλυψη ενός εκτεταμένου συστήματος πολιτικής διαφθοράς οδήγησε σε κάτι πρωτοφανές: τα ιστορικά κόμματα της Δεξιάς και της Σοσιαλδημοκρατίας διαλύθηκαν. Θεωρητικά, είχε έρθει η ώρα της Αριστεράς. Και όμως. Αυτό δεν συνέβη. Το Δημοκρατικό Κόμμα της Αριστεράς –που πατούσε στη μακρά παράδοση και εμβέλεια του Κομμουνιστικού Κόμματος– δεν μπόρεσε να απαντήσει πειστικά στο πολιτικό ερώτημα της εποχής του. Το παλιό πολιτικό σύστημα έδωσε τη θέση του στον Μπερλουσκονισμό και στα παράγωγά του. Η Αριστερά ήταν έντιμη. Αλλά αυτό από μόνο του δεν αρκούσε.
Αυτή η παραλληλία, με όλες τις προφανείς διαφορές, ήρθε στον νου μου ακούγοντας τον Αλέξη Τσίπρα να τονίζει στην πρόσφατη συνέντευξή του στον Νίκο Χατζηνικολάου ότι βγήκε από την εμπειρία της διακυβέρνησης «ηθικά αγρατζούνιστος». Δεν έχει άδικο. H κυβέρνηση της Αριστεράς διαχειρίστηκε έντιμα το δημόσιο χρήμα, ενώ τα «σκάνδαλά» της παραπέμπουν περισσότερο σε παιδαριώδεις –ενίοτε ντροπιαστικούς– χειρισμούς κρίσιμων θεμάτων παρά σε αυτό με το οποίο βρισκόμαστε αντιμέτωποι σήμερα. Ας είμαστε ειλικρινείς. Αν το σκάνδαλο των υποκλοπών και της συγκάλυψής του είχε συμβεί επί των ημερών του Αλέξη Τσίπρα, είναι μάλλον βέβαιο ότι η κυβέρνησή του θα είχε πέσει την επόμενη μέρα. Αυτό του επιτρέπει να ισχυρίζεται ότι «δεν είναι ίδιος με τους σημερινούς». Ναι. Αλλά δεν είναι αυτό το κρίσιμο. Η εντιμότητα είναι αναγκαία, αλλά όχι ικανή συνθήκη για να αναδείξει την Αριστερά σε δύναμη διεκδίκησης της εξουσίας.
Γιατί το κοινωνικό ερώτημα προς αυτήν δεν αφορά την ηθική ακεραιότητα. Αφορά την αξιοπιστία της πολιτικής πρότασης. Στην «Ιθάκη» ο πρώην πρωθυπουργός κατανάλωσε άφθονη ενέργεια –όπως και στη συνέντευξή του– για να δώσει τη δική του εκδοχή για το 2015. Από μια πρώτη ματιά είναι λογικό. Το «πρόβλημα», όμως, του Αλέξη Τσίπρα δεν ήταν ο συμβιβασμός του καλοκαιριού εκείνου. Αυτό τουλάχιστον υποδεικνύουν τα εκλογικά αποτελέσματα του 2015 και του 2019. Η κρίση εντοπίζεται την επόμενη μέρα. Οταν ο ΣΥΡΙΖΑ βρέθηκε στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης και εξαιτίας των επιλογών του –τη μονοσήμαντη στρατηγική της καταγγελίας και της λογικής του «ώριμου φρούτου»– υπέστη συντριπτική ήττα στις εκλογές του 2023.
Μια αποστροφή του πρώην πρωθυπουργού –ότι δεν αρκεί να καταγγέλλεις, αλλά να προτείνεις– μαρτυρεί τη συνειδητοποίηση των ορίων της καταστροφικής επιλογής εκείνης της περιόδου. Στην πολιτική, όμως, δεν αρκεί να το λες. Πρέπει να το κάνεις. Στη συνέντευξή του ο Αλέξης Τσίπρας ήταν διστακτικός. Μπορώ να φανταστώ τον αντίλογο ότι είναι νωρίς ακόμη. Αλλά αυτό δεν ακούγεται πειστικό. Στον σημερινό πολιτικό χάρτη το κενό εκπροσώπησης δεν θα το καλύψει ένα ακόμη κόμμα, αλλά εκείνο που θα πείσει ότι εκπροσωπεί ένα νέο μοντέλο πολιτικής, με συγκεκριμένες προτάσεις που εγγράφονται σε έναν προσδιορισμένο στρατηγικό στόχο. Δεν χρειάζεται να είναι κάτι σούπερ ντούπερ φιλόδοξο. Μπορεί να είναι πολύ απλό. Στον Καναδά η Κεντροαριστερά προτάσσει την έννοια του affordability – δηλαδή το δικαίωμα να ζεις με αξιοπρέπεια από το εισόδημά σου. Είναι δυσμετάφραστη στα ελληνικά, αλλά εξαιρετικά σαφής στο περιεχόμενο: greedflation vs affordability. Συγκροτεί σχήμα.
Το στρατηγικό μάγκωμα του Αλέξη Τσίπρα οδήγησε στο φαινομενικά παράδοξο η «είδηση» της συνέντευξής του να αφορά το τι θα έκανε διαφορετικό με τις τράπεζες το 2015 και όχι τι προτίθεται να κάνει με τις τράπεζες του 2026. Το ίδιο συνέβη και με τα μηνύματα των προσωπικοτήτων που διάνθισαν τη συζήτηση. Αναγνώριζαν το προφανές –ότι ήταν ένας επαρκής πρωθυπουργός– αλλά ο ίδιος δεν τα εκμεταλλεύθηκε για να σκιαγραφήσει τι σκέφτεται για τα μεγάλα θέματα που προέκυπταν από αυτά: τις σχέσεις του κράτους και της Εκκλησίας, τους στρατιωτικούς εξοπλισμούς και τον πόλεμο, τη θέση της χώρας σε μια Ευρωπαϊκή Eνωση που κλυδωνίζεται. Η σαφής δήλωση προθέσεων –και η αναγνώριση του κόστους της σύγκρουσης και των κοινωνικών εκπροσωπήσεων που κάθε τέτοια πρόθεση εμπεριέχει– είναι νομίζω μονόδρομος αν ο Αλέξης Τσίπρας φιλοδοξεί όντως να είναι ο επόμενος πρωθυπουργός της χώρας.
Γιατί αλλιώς θα βρίσκεται διαρκώς αντιμέτωπος με την αντίδραση μιας φίλης που μου είπε: «Καλός είναι, ρε συ, μπορεί και να τον ψηφίσω, αλλά δεν τρελαίνομαι». Είναι μια στάση που νιώθεται. Αποτυπώνεται δημοσκοπικά και κυρίως κοινωνικά. Το δυνάμει εκλογικό ακροατήριο του εγχειρήματος γύρω από τον Αλέξη Τσίπρα έχει απαιτήσεις. Θεωρεί αυτονόητο τον ηθικό πυρήνα της Αριστεράς και μάλλον δεν συγκινείται από την προσπάθεια του πρώην πρωθυπουργού να παρουσιάσει την παραίτησή του από το βουλευτικό αξίωμα ως εγγύηση προσωπικής ακεραιότητας. Το αίτημα να υπάρχει πειστική αντιπολίτευση περνάει και μέσα από το κοινοβούλιο. Και στην τελική, εκεί φιλοδοξεί να επιστρέψει σύντομα ο Αλέξης Τσίπρας. Oλοι του αναγνωρίζουν ότι μπορεί να τα καταφέρει – και ότι θα παραμείνει έντιμος. Αλλά το τι θα καταφέρει τελικά, επί της ουσίας, θα κριθεί αλλού: στο αν αυτό που προτείνει και ο τρόπος που το προτείνει εκπέμπουν κάποιου είδους σιγουριά όχι γι’ αυτά που έκανε, αλλά γι’ αυτά που θέλει να κάνει.
*Ο κ. Κωστής Καρπόζηλος είναι επίκουρος καθηγητής Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

