Κατά κανόνα τα κόμματα εξουσίας χαρακτηρίζονται από εσωτερικές αντιφάσεις. Ενσωματώνουν, μεταξύ άλλων, δυνάμεις που όντως επιδιώκουν τον λειτουργικό εκσυγχρονισμό του κράτους, καθώς και άλλες που αναπαράγουν παλαιοκομματικές πρακτικές.
Το ΠΑΣΟΚ π.χ., που τη δεκαετία του ’80 οδήγησε το κομματικό – πελατειακό κράτος στο απόγειό του, είναι το ίδιο κόμμα που θεσμοθέτησε το ΑΣΕΠ αλλάζοντας ουσιαστικά τον δημόσιο τομέα. Οπως αντίστοιχα η Ν.Δ., που προέταξε παλαιότερα τη μείωση του κράτους και σήμερα την ψηφιοποίησή του, είναι το ίδιο κόμμα που τα στελέχη του εγκαλούνται αυτές τις ημέρες για παλαιοκομματικές πρακτικές.
Οι εσωτερικοί συσχετισμοί στη λήψη αποφάσεων έχουν τη δική τους δυναμική. Αλλες προτεραιότητες έχουν οι «βαρώνοι» κάθε κόμματος, με την εγγυημένη δημοσιότητα και πρωταγωνιστικό πολιτικό ρόλο, άλλες ένας βουλευτής που ζει με το άγχος της επανεκλογής του.
Οι όποιες συγκρούσεις δεν είναι πάντα ορατές. Κατά κανόνα εκδηλώνονται ως σημεία τριβής στον τρόπο άσκησης πολιτικής. Ενίοτε οι μεν διαμαρτύρονται ότι «τους δένουν τα χέρια οι κομματικοί» και οι δε απαντούν «να πάνε εκείνοι να μαζέψουν ψήφους». Σπανίως πάντως η σύγκρουση φθάνει στα άκρα, καθώς οι πολιτικές ηγεσίες φροντίζουν να κρατούν κάποιες ισορροπίες. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, το σχήμα «κομματικοί» εναντίον «τεχνοκρατών» είναι απλουστευτικό και δεν περιγράφει την πραγματικότητα. Υπάρχουν, εξάλλου, σε όλα τα κόμματα στελέχη καλών προθέσεων που έχουν κάνει σοβαρές προσπάθειες να συγκρουστούν με χρόνιες παθογένειες, τα οποία αδικούνται όταν αντιμετωπίζονται αφοριστικά ως παιδιά του «κομματικού συστήματος». Μπορεί να μην είναι η πλειονότητα, σίγουρα όμως υπάρχουν. Οπως αντίστροφα υπάρχουν «τεχνοκράτες», των οποίων η έλλειψη πολιτικότητας τους καθιστά τελικά ακατάλληλους να φέρουν σε πέρας το έργο τους. Είναι αμέτρητες οι περιπτώσεις ατόμων που εισήλθαν στην πολιτική με καλά βιογραφικά, αλλά δεν κατάφεραν πολλά πράγματα επειδή δεν επέδειξαν άλλες δεξιότητες που απαιτεί η πολιτική και οι οποίες κακώς απαξιώνονται.
Η σημερινή κυβέρνηση χαρακτηρίζεται και εκείνη από αυτές τις αντιφάσεις. Και μολονότι έχει κάνει βήματα εκσυγχρονισμού στη λειτουργία του κράτους, η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, με τις παλαιοκομματικές ή/και σκανδαλώδεις πτυχές της, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πλήττει τον πυρήνα του αφηγήματός της. Οι αναφορές σε αποτελεσματικότητα, αλλαγές στο κράτος, σταθερότητα κ.λπ. υπονομεύονται –δικαίως ή αδίκως– από το κλίμα που έχει δημιουργηθεί. Το πόσο έντονα θα καταγραφεί αυτό στις επόμενες δημοσκοπήσεις μένει να φανεί, καθώς ένα μέρος του πολιτικού κόστους έχει ήδη καταβληθεί από την πρώτη δικογραφία της συγκεκριμένης υπόθεσης. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, είναι βέβαιο ότι το κλίμα για την κυβέρνηση επιβαρύνθηκε, σε μια περίοδο μάλιστα που λόγω διεθνούς αστάθειας είχε αρχίσει να επανασυσπειρώνει δυνάμεις.
Μετά επτά χρόνια διακυβέρνησης, η ειλικρίνεια και τα καθαρά μηνύματα έχουν για την κυβέρνηση μεγαλύτερη αξία από εξαγγελίες που δημιουργούν θολές εντυπώσεις. Οι πολίτες ξέρουν πού τα έχει πάει καλά η κυβέρνηση και πού όχι. Η δε πολιτική τους στάση διαμορφώνεται όχι μόνο από το έργο της και τις προσδοκίες που δημιουργεί, αλλά και γενικότερα ζητήματα διακυβέρνησης, καθώς και τη σύγκριση με τα υπόλοιπα κόμματα. Το αφήγημά της θα πρέπει να εστιάζεται σε αυτά και στο κοινό που μπορεί να την ακούσει. Το οποίο είναι ευρύτερο από τον στενό κομματικό πυρήνα στον οποίο συνηθίζουν πολλοί να προσφεύγουν όταν πιέζονται πολιτικά.
Το όλο ζήτημα όμως θα πρέπει να απασχολήσει και τα κόμματα της αντιπολίτευσης, ιδίως της «κυβερνητικής». Το να πιέσουν την κυβέρνηση σε ένα ζήτημα που μοιάζει εκτεθειμένη είναι αυτονόητο. Θα πρέπει όμως και αυτά να οριοθετήσουν το πλαίσιο της σύγκρουσης. Το να παρεκτραπεί η όλη αντιπαράθεση σε μια αντιπολιτική ρητορική γεμάτη αφορισμούς ενδεχομένως να πλήξει και εκείνα, τροφοδοτώντας εκ νέου κόμματα με αντισυστημικά χαρακτηριστικά. Το τι συνέβη στην περίπτωση των Τεμπών –όταν η έξαρση του θέματος εκτός από τη Ν.Δ. έπληττε παράλληλα και ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ προς όφελος Κωνσταντοπούλου, Βελόπουλου και οσονούπω και Καρυστιανού– θα πρέπει να απασχολήσει όλους.
*O κ. Ευτύχης Βαρδουλάκης είναι σύμβουλος στρατηγικής και επικοινωνίας.

