Ποιος συντηρεί την πελατειακή κουλτούρα; Αυτός που ζητάει το ρουσφέτι ή αυτός που το εκπληρώνει; Η κότα έκανε το αυγό ή το αυγό την κότα;
Το μόνο βέβαιο είναι ότι το σύστημα επιζεί επειδή λειτουργεί. Επειδή ικανοποιεί τους δέκτες και τους λήπτες. Το πελατειακό κράτος επιζεί και λειτουργεί ως παράλληλο κοινωνικό κράτος, ακριβώς εκεί όπου οι θεσμοί αποτυγχάνουν να λειτουργήσουν με ταχύτητα, διαφάνεια και αμεροληψία. Το ρουσφέτι είναι και μια μορφή προσωπικής υπηρεσίας, επιεικούς και ευαίσθητης απέναντι στις ατομικές ανάγκες του ψηφοφόρου, που δεν μπορούν να καλυφθούν από τον απρόσωπο κανόνα, όσο δίκαιος κι αν είναι. Ο κανόνας δεν προβλέπει μετάθεση, αλλά το παιδί περνάει τώρα μια ερωτική απογοήτευση και θα το τσακίσουμε αν το κρατήσουμε μακριά από το σπίτι. Ο κανόνας δεν προβλέπει αναβολή του ελέγχου, αλλά, να, ο άνθρωπος μόλις χειρουργήθηκε και είναι καρδιακός, τι θέλουμε, να τον πεθάνουμε;
Οι παροχές, φυσικά, που εξασφαλίζει το άτυπο κοινωνικό κράτος δεν είναι πάντα τόσο αθώες. Το σύστημα λειτουργεί με την κυνική λογική του συμφέροντος: Το κόμμα και οι παράγοντές του διατηρούν την εξουσία τους, οι ψηφοφόροι μένουν «δικτυωμένοι» γιατί αποσπούν από το πελατειακό δίκτυο δουλειές, χάρες, προαγωγές, και ενίοτε «ζεστές» επιδοτήσεις. Κανείς δεν έχει πια συμφέρον να αντικαταστήσει –μην πεις «μεταρρυθμίσει»– τους καχεκτικούς θεσμούς, γιατί χωρίς τους καχεκτικούς θεσμούς δεν υπάρχει ούτε το έδαφος να ριζώσει το δίκτυο. Το σύστημα έτσι ισορροπεί.
Η ανάδειξη του Κυριάκου Μητσοτάκη στην ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας ήταν σημαδεμένη εξαρχής από ένα παράδοξο. Στη συγκυρία της εσωκομματικής αναμέτρησης, ο γιος του πρώην προέδρου και πρωθυπουργού ήταν το αουτσάιντερ απέναντι στους εκπροσώπους του κομματικού κατεστημένου. Εκείνος που όχι απλώς είχε ανατραφεί μέσα σε μια παραδοσιακή πολιτική οικογένεια, αλλά είχε μάθει να βλέπει τον κόσμο μέσα από το κόμμα, εκλεγόταν με την εντολή να το αναμορφώσει.
Η διάκριση ήταν εξαρχής επίπλαστη και επισφαλής. Το «νέο» δεν ξεχώριζε από το «παλιό». Τα όριά τους ήταν και παρέμειναν «ρευστά». Το πρώτο μέλημα του αναμορφωτή –η απευθείας εκλογή του οποίου δεν θα μπορούσε να διαγράψει τη γραμμή του αίματος που τον έφερε ώς τη διαδοχή– ήταν να κρατήσει το κόμμα «μεγάλο» και ενιαίο. Δηλαδή να σεβαστεί τις δομές του. Τον μηχανισμό νεποτικής αναπαραγωγής των στελεχών του (έχει ενδιαφέρον να μετρήσει πόσοι βουλευτές της Ν.Δ. είναι απόγονοι βουλευτών). Τα πελατειακά του ριζώματα. Τις ταυτοτικές του αγκυλώσεις.
Η αλήθεια είναι ότι την περίσσεια κοινωνικής αποδοχής που του επέτρεψε να κυριαρχήσει ο Μητσοτάκης ο νεότερος δεν την άντλησε από τη βάση του κόμματος, αλλά από το ακροατήριο που τον εμπιστεύτηκε χωρίς να έχει δεσμούς με τη Νέα Δημοκρατία. Αλλά αυτοί ήταν μόνο το «επιπλέον». Η σπονδυλική στήλη της νέας εξουσίας εξακολουθούσε να είναι η συντεταγμένη παράταξη.
Τώρα, σχεδόν μία δεκαετία μετά την εκλογή του «συστημικού αουτσάιντερ» στο τιμόνι του κόμματος, επιστρέφουμε στο δίλημμα της κότας: Πόσο οδήγησε ο αρχηγός το κόμμα και πόσο οδηγήθηκε από εκείνο; Ποια είναι η παλιά και ποια η νέα Νέα Δημοκρατία, όταν η νέα είναι ήδη δέκα ετών;
Χονδρικά θα μπορούσε να χωρίσει κανείς το ισοζύγιο της επιρροής σε δύο περιόδους: μία μέχρι τις εκλογές του 2023 και μία μετά. Μέχρι το 2023, το πρόσωπο είχε το πολιτικό κεφάλαιο για να επιβάλλεται στο κόμμα, χωρίς όμως ποτέ να δείξει πρόθεση να το ξηλώσει. Απλώς, το αψηφούσε σε κάποιες κεντρικές επιλογές. Μετά το 2023, και ιδίως μετά τις ευρωεκλογές του 2024, το πρόσωπο δεν έχει πια την πολυτέλεια να αποξενώσει ούτε κατά ένα χιλιοστό το παραδοσιακό του έρεισμα. Τα τελευταία δύο χρόνια έχουν κυλήσει σαν μια διαρκής προσπάθεια αποκατάστασης των δεσμών με το κόμμα και τις πιο αρχαϊκές του ενσαρκώσεις.
Με τη φόρα που έχουν πάρει τα πράγματα, δεν μπορούσε ξαφνικά ένα πρωί ο αρχηγός να ξυπνήσει και να θυμηθεί ότι το συναλλασσόμενο κόμμα του είναι ξένο. Δεν μπορούσε να ξαναδιεκδικήσει απέναντί του ηθικοπολιτική υπεροχή. Μαζί έχουν κυβερνήσει. Και δεν θα μπορούν άλλο να κυβερνήσουν αν δεν μείνουν μαζί.
Αλλεργίες
Ολα τα είχε η κυβερνητική πλειοψηφία. Το μόνο που της έλειπε ήταν η αλλεργία για τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Είναι το εύκολο: Αντί να απολογηθείς, να βγεις στην αντεπίθεση. Φταίνε οι ξένοι, που εξυφαίνουν συνωμοσίες και παρεμβαίνουν στα εσωτερικά μας πράγματα με δολίως κατατμημένες δικογραφίες. Δεν φταίει η Παπακώστα από τα Τρίκαλα. Φταίει η Κοβέσι από τις Βρυξέλλες που δεν αφήνει απερίσπαστη την Παπακώστα να κάνει τη δουλειά της. Η στάση αυτή μπορεί να μην έχει απήχηση στο εκλογικό σώμα. Κερδίζει όμως τις τυραννισμένες ψυχές της κοινοβουλευτικής ομάδας, που αισθάνονται ότι έχουν χάσει την ασφάλεια της πολιτικής τους στέγης. Για να κάνουν βουλευτικό συνδικαλισμό, κάποιοι καταφεύγουν έτσι στον αντιευρωπαϊσμό. ΓΕΝΟΠ βουλευτών με συνταγή Ορμπαν.

