Η δημόσια συζήτηση για τη νεανική βία στην Ελλάδα συχνά ταλαντεύεται ανάμεσα στον ηθικό πανικό και στην άρνηση. Ωστόσο, μία από τις πιο αθέατες και επώδυνες μορφές της είναι η βία των παιδιών προς τους γονείς – θέμα-ταμπού, που σπάνια αρθρώνεται δημόσια. Δεν πρόκειται κατ’ ανάγκην για περιπτώσεις ψυχιατρικής διαταραχής, ούτε για «ακραίες οικογένειες». Συχνά το φαινόμενο εγγράφεται μέσα σε γνώριμα μοτίβα ψυχοπαθολογίας της ελληνικής οικογένειας: έντονη συναισθηματική εμπλοκή, υπερπροστασία, ενοχή που διαπερνά τον γονεϊκό ρόλο, δυσκολία στη θέσπιση σαφών ορίων.
Η παρατεταμένη εξάρτηση των παιδιών, σε συνδυασμό με τον φόβο των γονιών να συγκρουστούν ή να απογοητεύσουν, δημιουργεί ένα εύφλεκτο πεδίο. Oταν τα όρια δεν τίθενται εγκαίρως, συχνά επιβάλλονται αργότερα με τρόπο βίαιο.
Σε αυτό το πλαίσιο, η βία δεν εμφανίζεται αιφνιδίως· κλιμακώνεται μέσα σε μια σχέση που έχει χάσει την ισορροπία της. Οι γονείς, παγιδευμένοι ανάμεσα στην αγάπη, στον δικό τους ακατέργαστο ναρκισσισμό, στο κοινωνικό στίγμα, στην ενοχή και στον φόβο, σιωπούν. Η σιωπή, όμως, δεν προστατεύει· συντηρεί το αδιέξοδο. Iσως το πιο δύσκολο, αλλά και πιο αναγκαίο βήμα, είναι να ειπωθεί καθαρά: υπάρχουν γονείς που φοβούνται τα παιδιά τους. Αυτό δεν αποτελεί αποτυχία, αλλά ένδειξη ότι η γονεϊκότητα δοκιμάζεται σε συνθήκες που δεν επιτρέπουν εύκολες απαντήσεις. Η διέξοδος δεν βρίσκεται ούτε στη δαιμονοποίηση ούτε στην ψυχιατρικοποίηση. Βρίσκεται στην αποκατάσταση των ορίων, στην αναζήτηση βοήθειας, στη συνειδητοποίηση της ευθύνης και, κυρίως, στη ρήξη της σιωπής. Από τη στιγμή που το πρόβλημα γίνει λόγος, ίσως και σε ομάδες γονέων με υποστήριξη, μπορεί –έστω με δυσκολία– να αρχίσει να μετασχηματίζεται.
*Ο κ. Στέλιος Στυλιανίδης είναι ομότιμος καθηγητής Κοινωνικής Ψυχιατρικής, ιδρυτής της Εταιρείας Περιφερειακής Ανάπτυξης και Ψυχικής Υγείας (ΕΠΑΨΥ).

