Το πρόσφατο συνέδριο του ΠΑΣΟΚ επανέφερε με ένταση το ερώτημα του αν πρόκειται για ένα κόμμα σε αναζήτηση ρόλου ή για έναν πολιτικό χώρο που μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να επιστρέψει κάποια στιγμή στην εξουσία. Και αν ισχύει το δεύτερο, με ποιους όρους, με ποιο πολιτικό περιεχόμενο και με ποια κοινωνική αναφορά μπορεί να διεκδικήσει ένα τέτοιο come-back. Αντί για σαφείς απαντήσεις, η συζήτηση έμοιασε να κινείται ανάμεσα στην επίκληση της ιστορίας του ως εγγύησης για το μέλλον –που συχνά εμπνέει περισσότερο νοσταλγία παρά προσδοκία, όπως έχει ήδη επισημανθεί– και σε μια τεχνοκρατική αναζήτηση λύσεων που συχνά υποκαθιστούν την πολιτική με την πολιτική επικοινωνία. Την ίδια στιγμή, τα ΜΜΕ εστίασαν αποκλειστικά στη σχέση του ΠΑΣΟΚ με τη Νέα Δημοκρατία – ζήτημα κρίσιμο μεν, που τίθεται με τρόπο αποπροσανατολιστικό δε.
Η κατηγορία πως «θεσμοθετώντας» τη δέσμευση ότι δεν θα συνεργαστεί μετεκλογικά με τη Ν.Δ. το κόμμα λειτούργησε αυτοκτονικά, μάλλον μικρή επαφή έχει με την πραγματικότητα και αντανακλά περισσότερο τις εμμονές όσων τη διατυπώνουν. Και αυτό όχι μόνο γιατί αγνοεί το δυσανάλογο κόστος που το ΠΑΣΟΚ πλήρωσε για τη συμμετοχή του στην κυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου στο παρελθόν. Αλλά και γιατί, αν σκεφθούμε συγκριτικά, θα θυμηθούμε πως πριν από ακριβώς δέκα χρόνια ο Πέδρο Σάντσεθ έδινε αυτή ακριβώς τη μάχη ενάντια σε όσους τον πίεζαν να δηλώσει πως το PSOE θα συνεργαζόταν μετεκλογικά με τη δεξιά στο πλαίσιο ενός «μεγάλου συνασπισμού» α λα ισπανικά. Η φράση του Σάντσεθ «όχι σημαίνει όχι» έμεινε ιστορική, προκαλώντας την μήνιν του «πολύ» Φελίπε Γκονθάλεθ, που έκτοτε τον αντιμάχεται με πάθος. Ο Σάντσεθ μάλιστα εκδιώχθηκε από την ηγεσία του κόμματός του γι’ αυτή την απόφασή του, για να επανακάμψει εντυπωσιακά λίγο αργότερα. Hταν μια επιλογή σύγκρουσης, με πραγματικό κόστος, που όμως τελικά του επέτρεψε να ανασυγκροτήσει την ηγεσία του. Oχι στη βάση μιας κενής αντιδεξιάς ρητορικής, αλλά στην προοπτική μιας προοδευτικής διακυβέρνησης που θα προωθούσε τον κοινωνικό διάλογο, θα βελτίωνε τη ζωή των πολιτών και θα ενίσχυε τα εργασιακά δικαιώματα.
Προς αποφυγήν παρανοήσεων, το PSOE, παρότι σείστηκε συθέμελα από την οικονομική κρίση, δεν γνώρισε ποτέ την κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ, που διεθνώς περιγράφεται ως «πασοκοποίηση», διατηρώντας σταθερά μια κρίσιμη εκλογική βάση. Το κρισιμότερο όμως είναι πως διατήρησε ένα σαφές πολιτικό στίγμα σε μείζονα ζητήματα. Στην παρούσα συγκυρία κινείται αποφασιστικά στον πόλεμο, στην κλιματική μετάβαση και στις κοινωνικές ανισότητες, τα τρία πεδία που αναδιατάσσουν διεθνώς την Κεντροαριστερά, σύμφωνα με τον Κωστή Καρπόζηλο, τομείς στους οποίους το ΠΑΣΟΚ εκπέμπει μια εικόνα προγραμματικής αμηχανίας.
Μένοντας στο συγκριτικό πλαίσιο, αξίζει να σταθούμε και στην πρόσφατη απώλεια του Λιονέλ Ζοσπέν. Ενός πολιτικού που στο γύρισμα του αιώνα τόλμησε μεταρρυθμίσεις, από το 35ωρο και τα φοιτητικά επιδόματα έως την ενίσχυση των δημόσιων υπηρεσιών. Και που αμφισβητήθηκε ανοιχτά, λοιδορήθηκε όσο λίγοι και τελικά ηττήθηκε πολιτικά με τρόπο ταπεινωτικό το 2002. Η σχεδόν ομόθυμη μετά θάνατον αναγνώρισή του ενέχει κάτι βαθιά ειρωνικό: πέρα από καθυστερημένη δικαίωση, είναι και έμμεση καταδίκη της σημερινής πολιτικής ένδειας. Oμως αξίζει να σταθεί κανείς σε μια από τις τελευταίες παρεμβάσεις του το 2024, όπου περιέγραφε σχεδόν παιδαγωγικά τη διαδρομή της δικής του γενιάς: στιβαρή επαγγελματική εμπειρία εκτός πολιτικής, έντονη συμμετοχή στην τοπική αυτοδιοίκηση, πολιτική διαμόρφωση μέσα από ζωντανά κόμματα, γείωση μέσα από την επαφή με τα κοινωνικά κινήματα (στη μετα ’68 εποχή)· και, κυρίως, μια μακρά περίοδος στην αντιπολίτευση πριν από την άσκηση εξουσίας. Πέρα από μια ρομαντική αφήγηση, ήταν μια υπενθύμιση για το πώς συγκροτείται μια πολιτική τάξη με προοδευτικό πρόσημο, που μπορεί πράγματι να κυβερνήσει.
Η απόσταση των παραπάνω από το σημερινό ΠΑΣΟΚ είναι εμφανής. Είναι μεν στην αντιπολίτευση, δείχνει όμως να λειτουργεί περισσότερο ως ένας μηχανισμός αναπαραγωγής πολιτικού προσωπικού παρά ως χώρος κοινωνικής διαμεσολάβησης. Με νέα ηγετικά στελέχη που προέρχονται σχεδόν αποκλειστικά από τον κομματικό σωλήνα να σέρνουν το άρμα, η κομματική εμπειρία μοιάζει να προηγείται της κοινωνικής. Και αυτό γιατί η πολιτική διαδρομή συχνά ταυτίζεται με τη διαδρομή εντός του κόμματος, ενώ η σχέση με την κοινωνία μοιάζει περισσότερο με θεωρητικό ζητούμενο παρά με δεδομένο. Αυτά είναι προβλήματα πολιτικής κουλτούρας και όχι τεχνικά οργανωτικά ζητήματα.
Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι αν το ΠΑΣΟΚ μπορεί να μετακενώσει την εμπειρία άλλων, αλλά αν μπορεί να παράγει τη δική του πολιτική. Αν μπορεί να συγκροτήσει ένα πολιτικό προσωπικό που να μην είναι απλώς προϊόν εσωτερικών ισορροπιών, αλλά να κομίζει εμπειρία, γνώση της κοινωνίας και, κυρίως, την ικανότητα να διαμορφώνει πολιτική πέρα από τα στενά όρια του κομματικού· με συγκρούσεις, πολιτική φαντασία και τόλμη. Χωρίς αυτά, καμία δέσμευση αυτόνομης πορείας δεν έχει νόημα, καμία αναδιοργάνωση του προοδευτικού χώρου δεν έχει βάθος και κανένα come-back δεν είναι δεδομένο.
*Ο κ. Κωστής Κορνέτης είναι επίκουρος καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο της Μαδρίτης, σύμβουλος της ισπανικής κυβέρνησης σε θέματα ιστορικής μνήμης.

