Είναι νύχτα. Αλλά κανείς δεν σου χτυπάει την πόρτα. Δεν έχεις λόγο να βιαστείς. Στη νύχτα που διάγει τώρα το πολιτικό σύστημα, κανείς δεν χτυπάει την πόρτα της κυβέρνησης. Μόνη της έχει χάσει τον ύπνο της. Οι αντιδράσεις των τελευταίων εικοσιτετραώρων είναι ενδεικτικές. Ενας πρωτοφανής αριθμός βουλευτών της κυβερνητικής πλειοψηφίας είναι πιασμένος στο σκάνδαλο των επιδοτήσεων. Και ωστόσο, εκείνοι που φωνάζουν πιο δυνατά κατά της κυβέρνησης είναι δύο πρώην πρωθυπουργοί. Η διακυβέρνηση Μητσοτάκη κλυδωνίζεται. Και απέναντί της βρίσκει έναν Σαμαρά με ρεβανσιστικό οίστρο του ’93 κι έναν Τσίπρα επιδεικτικά αμεταμέλητο.
Η πρωτοφανής στα μεταπολιτευτικά χρονικά συνθήκη –αδύναμη κυβέρνηση, ανύπαρκτη αντιπολίτευση– αφήνει χώρο στο παράδοξο. Ο αντιδραστήρας πελατειακής διαφθοράς που λειτουργούσε στον οργανισμό διανομής των ευρωπαϊκών επιδοτήσεων παρουσιάζεται σαν «ενδημική νόσος». Η κυβέρνηση, τα στελέχη της οποίας διηύθυναν και εκμεταλλεύονταν τον αντιδραστήρα, βγαίνει έξω από το δικό της σκάνδαλο και το στηλιτεύει σαν εξωτερικός παρατηρητής. Σαν τον βαρώνο Μινχάουζεν, που υποτίθεται ότι μπορούσε να σώσει τον εαυτό του και το άλογό του από πνιγμό, τραβώντας ο ίδιος τα μαλλιά του. Ετσι και η εξουσία, που καμαρώνει το είδωλό της στο δημοσκοπικό κάτοπτρο: Νομίζει ότι της αρκεί η τυπική λογοδοσία, που καταγγέλλει το προπατορικό ρουσφέτι και το «παλιό, βαθύ κόμμα», σαν να επρόκειτο για άλλο κόμμα και όχι αυτό που κυβερνά. Νομίζει ότι πάλι της αρκεί να πετάξει μερικά στελέχη από το σκάφος, αναμασώντας τα συνθήματα της μηδενικής ανοχής, και να πάει παρακάτω. Είπαμε. Το σπίτι είναι γεμάτο νύχτα. Αλλά κανείς δεν χτυπάει την πόρτα.
Το αδήλωτο μήνυμα της κυρίαρχης δύναμης προς τους ψηφοφόρους θα μπορούσε να μεταφραστεί ως εξής: Ξέρετε. Ξέρουμε ότι ξέρετε – ότι μας βλέπετε. Ξέρουμε όμως ότι ξέρετε επίσης πως δεν υπάρχει άλλος. Αρα τι θέλετε; Να φύγουμε εμείς, να έρθει ποιος; Αυτά που έγιναν, γίνονταν πάντα. Ας τα ξεχάσουμε κι ας πάμε παρακάτω.
Προσφέρεται έτσι ένα νέο κοινωνικό ντιλ – στη θέση του κοινωνικού συμβολαίου. Μια συμφωνία κυβερνώντων – κυβερνωμένων βασισμένη στον μιθριδατισμό του εκλογικού σώματος, που έχει απορροφήσει τόσα σκάνδαλα ώστε δεν ταράζεται πια από το δηλητήριό τους.
Η κυρίαρχη δύναμη πολιτεύεται σαν να έχει εμπεδώσει ότι δεν της χρειάζεται πια να πείσει για τη δική της ικανότητα. Της αρκεί να δείχνει την ακαταλληλότητα των άλλων. Δεν χρειάζεται η πλειοψηφία της να συγκροτείται πάνω στην εμπιστοσύνη και στην κοινή προσδοκία. Της αρκεί να συγκροτείται πάνω σε έναν κυνισμό που βαπτίζεται ορθολογισμός: Οι εχέφρονες πολίτες καταλαβαίνουν, αλλά δεν θέλουν η χώρα να μπει σε περιπέτειες. Μυρίζουν το παρόν, αλλά έχουν λόγο να φοβούνται περισσότερο ένα ασταθές μέλλον.
Πάσα πεποίθηση, πάσα προσδοκία έχει διαψευστεί. Το ντιλ όμως, χάρη στον κυνικό λόγο, λειτουργεί. Ο βασιλιάς είναι γυμνός, αλλά τουλάχιστον υπάρχει βασιλιάς. Και για να εξακολουθήσει να υπάρχει, θα εξακολουθήσουμε να προσποιούμαστε ότι τον βλέπουμε ντυμένο.
Φανάρια
Λέγε με παλιόπαιδο, λέγε με αλήτη. Αλλά δεν μπορείς να πεις ότι έκλεψα. Αυτό είναι τελικά το απόσταγμα δύο ετών rebranding: μια αναδιατύπωση της θεωρίας του ηθικού πλεονεκτήματος, όχι πια για την παράταξη της Αριστεράς, αλλά σε ατομική συσκευασία. Ο Αλέξης Τσίπρας επανασυστήνεται στο εκλογικό ακροατήριο ως ο πρωθυπουργός που, παρότι κυβέρνησε τόσα χρόνια, έμεινε «ηθικά αγρατζούνιστος» (sic). Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι, μην μπορώντας πια να διαφημίσει την πολιτική του, ο Τσίπρας καταφεύγει στην αλληγορία του ηθικού του αμαξώματος – που το καμάρωνε γυαλισμένο και κερωμένο, φαντασιακά άτρωτο από τα διαδοχικά εκλογικά του στουκαρίσματα. Αλλωστε, η ηθική δεν είναι λαμαρίνα να τη θωπεύσεις. Ποιος θα κρίνει αν συνιστά γρατζουνιά ή βαθούλωμα η προσπάθειά σου να διασύρεις ποινικά τους πολιτικούς σου αντιπάλους; Ο Τσίπρας επιχειρεί έτσι να αφυπνίσει εκείνο το είδωλο του νεανία που με την ορμή της αντισυστημικής του αθωότητας ερχόταν να σαρώσει το διεφθαρμένο και χρεοκοπημένο πολιτικό σύστημα. «Δεν έχω να αποδείξω κάτι», έλεγε προχθές στην τηλεόραση. «Στα 40 μου έγινα ο νεότερος πρωθυπουργός της χώρας». Εγινε και ο νεότερος βετεράνος της. Τόσο νέος, ώστε στα 52 του να αναζητεί φανοποιείο, ενώ τον περιμένει το σκραπατζίδικο.

