Η ιστορία της «17 Νοέμβρη» είναι η αντι-ιστορία της Μεταπολίτευσης. Η διαχρονική επιχειρησιακή αδυναμία απέναντι στους τρομοκράτες δεν ήταν ο πιο σημαντικός από τους λόγους που τους επέτρεπε να κρύβονται πίσω από ένα αιματηρό πέπλο μυστηρίου για σχεδόν τριάντα χρόνια. Το αστυνομικό έλλειμμα ήταν το σύμπτωμα. Η «υποκείμενη νόσος» ήταν η πολιτική κουλτούρα των πρώτων χρόνων της Μεταπολίτευσης. Η κουλτούρα της χύδην κοινωνικής ανοχής στον βίαιο εξτρεμισμό, ο οποίος μπορούσε να εμφανίζεται ως εμφυλιακός ρεβανσισμός και να κερδίζει έτσι απολογητές στην πολιτική και στα media. Αλλά και η κουλτούρα του άγουρου πολιτικού συστήματος που χρησιμοποιούσε με πελατειακή ελαφρότητα ακόμη και τις πιο νευραλγικές υπηρεσίες του κράτους.
Ολα αυτά ήταν βεβαίως γνωστά. Η τραγωδία είχε οδηγηθεί στη δικαστική της κάθαρση. Η πολιτεία είχε εξιλεωθεί για τον μακρύ της ύπνο, οδηγώντας τους δολοφόνους στη φυλακή. Ομως, η αναψηλάφηση εκείνου του τραύματος, μέσα από το ντοκιμαντέρ του Αλέξη Παπαχελά, καθιστά, με την απόσταση του χρόνου, ορατά όλα τα επίπεδα της ιστορίας. Δεν παρακολουθεί κανείς απλώς ένα αστυνομικό σίριαλ, όπου οι Ράμπο διαδέχονται τους Κλουζώ – και οι μεθοδικοί ερευνητές τους κομματικούς καραβανάδες. Παρακολουθεί και την πολιτική ατμόσφαιρα που καθιστούσε τη μεταπολιτευτική δημοκρατία τόσο ευάλωτη.
Μέσα σε αυτά τα συμφραζόμενα, η εμφάνιση ενός από τους δολοφόνους της τρομοκρατικής οργάνωσης αναζωπύρωσε το σαρκαστικό, αλλά περισσότερο οδυνηρό ερώτημα: Μα, καλά· αυτοί ήταν η «17 Νοέμβρη»; Αυτοί οι άνθρωποι είχαν καταφέρει με τα πιστόλια τους να δηλητηριάζουν τη δημόσια ζωή; Τέτοιοι, σαν αυτόν που μηρυκάζει τόσα χρόνια μετά τις ίδιες εξαρχειώτικες κοινοτοπίες, χωρίς να μπορεί να ψελλίσει ούτε μια λέξη μεταμέλειας;
Μα, καλά· αυτοί ήταν η «17 Νοέμβρη»; Αυτοί είχαν καταφέρει να δηλητηριάζουν τη δημόσια ζωή;
Αυτοί ήταν. Και το πολιτικό σύστημα τους έδινε αξία «πολιτικοποιώντας» τους – επιχειρώντας να τους «χρεώσει» στους εσωτερικούς αντιπάλους ή σε ξένα αδιαφανή κέντρα. Οπως φαίνεται και στο ντοκιμαντέρ, ακόμη και τα πιο φωτεινά μυαλά της πολιτικής ηγεσίας προτιμούσαν τη βολική –και δημαγωγικά πρόσφορη– θεωρία συνωμοσίας, από τη βάσανο της αναζήτησης της αλήθειας.
Είναι ενδιαφέρον ότι η προσπάθεια να φωτιστεί η ιστορία της τρομοκρατίας δεν προκάλεσε αυτή τη φορά αντιδράσεις από την Αριστερά. Ερέθισε περισσότερο τα ηθικοπολιτικά αντανακλαστικά της άλλης πλευράς. Ισως επειδή οι ενοχές της Αριστεράς για τα παραστρατημένα της τέκνα, είναι περισσότερο συζητημένες και επεξεργασμένες από τη στάση των εκπροσώπων της «αστικής δημοκρατίας». Ισως επειδή οι πολέμιοι της τρομοκρατικής βίας επί δεκαετίες είχαν να της αντιτάξουν μόνο τη φοβία και την ιδεολογική αμηχανία τους.
Αυτό το ζεστό ακόμη παρελθόν μπορεί εντέλει κανείς να το διαβάσει και ανάποδα: Οχι (μόνο) ως μια ιστορία συστημικής αποτυχίας. Αλλά και ως ιστορία ενηλικίωσης της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας, που ωρίμασε. Και κατάφερε να αντιμετωπίσει τις παιδικές της ασθένειες.

