Μονόδρομος. Αυτή τη φράση χρησιμοποίησε προχθές ο κυβερνητικός εκπρόσωπος. Αυτή μάλλον θα ακούσουμε πολλές φορές, αυτούσια ή με περιφράσεις, τους επόμενους, προεκλογικούς μήνες: Η αυτοδυναμία της Ν.Δ. είναι μονόδρομος. Γιατί; Γιατί το ΠΑΣΟΚ έχει, με τη συνεδριακή διακήρυξή του, αποκλείσει κάθε άλλο, αριθμητικά εφικτό, ενδεχόμενο σχηματισμού κυβέρνησης.
Θα μπορούσε να διαβάσει κανείς και ανάποδα το τοπίο που διαμορφώνει η πασοκική διακήρυξη. Ο «μονόδρομος» του Παύλου Μαρινάκη οδηγεί σε αδιέξοδο. Οδηγεί τη Νέα Δημοκρατία σε απομόνωση, από τη στιγμή που ο μοναδικός «συστημικός» εταίρος της στο Κέντρο την αποκηρύσσει. Το ΠΑΣΟΚ απάντησε. Γιατί να ερωτάται μόνο εκείνο και να μη ρωτάμε με ίση ζέση και τη Ν.Δ.: Με ποιον θα συνεργαστεί; Αφού εξακολουθεί να αποκλείει την «άκρα Δεξιά» (όπως την όρισε πάλι προχθές ο Μαρινάκης), πώς θα καλύψει την απόσταση που τη χωρίζει από μια κυβερνητική πλειοψηφία; Ποια πειστική διέξοδο μπορεί να υποδείξει, καθώς θα είναι μεν πρώτη, αλλά αδύναμη, καταγγελλόμενη από σύσσωμη την αντιπολίτευση, από το ΚΚΕ μέχρι τον Βελόπουλο;
Η αντιστροφή του ερωτήματος για τις συνεργασίες θα μπορούσε να συνιστά αποτελεσματική άμυνα εάν αυτοί που καλούνταν να απαντήσουν ήταν ισοδύναμοι. Δεν είναι. Η Ν.Δ. εμφανίζεται να έχει διπλάσια απήχηση από το ΠΑΣΟΚ. Για το ΠΑΣΟΚ του 15%, το «όχι» στις συνεργασίες είναι μια αμυντική επιλογή «ταυτότητας» – αναγκαία για την εσωτερική του συνοχή. Δεν είναι μια επιλογή πραγματισμού, που σκοπεύει να πείσει την κοινωνική πλειοψηφία ότι υπάρχει κυβερνητικό σχέδιο. Το «όχι» εξαντλείται στο «όχι», χωρίς αύριο.
Οταν διαφημίζεις τον εαυτό σου ως αναπόφευκτο.
Αντιθέτως, το ευρύ προβάδισμα επιτρέπει στη Ν.Δ. να προβάλλει εαυτήν πάλι ως αύριο. Οσοι νομίζουν ότι στριμώχνουν το κυρίαρχο κόμμα, επιστρέφοντάς του το ερώτημα για τις μετεκλογικές επιλογές του, δεν έχουν υπολογίσει κάτι: η Ν.Δ. δεν χρειάζεται να δώσει απάντηση. Της αρκεί να δραματοποιήσει το ερώτημα. Της αρκεί να διεκτραγωδήσει τη διαφαινόμενη «μη διακυβερνησιμότητα», χρεώνοντάς την στην περιχαράκωση του μόνου δυνητικού της εταίρου.
Σε αυτή την κινδυνολογία επενδύει ήδη –και κάπως πρόωρα– η κυβέρνηση, χωρίς καν να την απασχολεί ότι τα «εκβιαστικά διλήμματα», όταν τίθενται νωρίς και επαναλαμβάνονται μονότονα, κινδυνεύουν να προκαλέσουν ανορθολογικές αντιδράσεις: Δεν είναι ψυχολογικά πρόσφορο να επαναλαμβάνει κανείς πατερναλιστικά στους πολίτες μιας δημοκρατίας ότι δεν έχουν άλλες επιλογές.
Η αυτο-περιτοίχιση του ΠΑΣΟΚ περιορίζει περισσότερο το ίδιο παρά την αντίπαλό του. Αυτό που «παθαίνει» η Ν.Δ. δεν είναι απομόνωση, αλλά μονοπώλιο στη διεκδίκηση της «χρήσιμης ψήφου». Αν διαχειριστεί αυτή τη συνθήκη σαν να πιστεύει η ίδια στο μονοπώλιο –αν αρχίσει να αυτοδιαφημίζεται από νωρίς φορτικά σαν «αναπόφευκτη»– μπορεί να προκαλέσει αλλεργικά αντανακλαστικά στους ψηφοφόρους που φιλοδοξεί να (ξανα)προσελκύσει.

