Για την ετυμολογία της λέξης Μεσολόγγι τίποτε δεν είναι τελεσίδικα εξακριβωμένο, δεν θα αρθεί εύκολα λοιπόν η διχογνωμία για την προέλευσή της από το βενετσιάνικο messo luogo, messo longo (= μέσον – λόγγος) ή από το messo laghi (= λιμνότοπος). Μπορούμε όμως να είμαστε απολύτως βέβαιοι για τη μετάφραση του ονόματος της Ιεράς Πόλεως, αν όχι σε όλες τις γλώσσες του κόσμου, οπωσδήποτε στις γλώσσες των φιλελλήνων που βρέθηκαν στο «αλωνάκι». Συμπολέμησαν με τους εξεγερμένους Ελληνες μέσα από τα χαμηλά τείχη, πείνασαν μαζί τους, παρά την ευγενική μέριμνα της ηγεσίας να εξοικονομεί λίγο ψωμί παραπάνω γι’ αυτούς, και πέρασαν με την Εξοδο στην αθανασία, είτε έπεσαν είτε επέζησαν.
Στο Μνημείο των Φιλελλήνων, στον μεσολογγίτικο Κήπο των Ηρώων, πάνω στις μπάλες των κανονιών και στις πέτρες που το συναπαρτίζουν, μπορεί να διαβάσει κανείς, κι ας μην έχει χαραχθεί, το όνομα της Ελευθερίας στα αγγλικά, τα γαλλικά, τα ιταλικά, τα γερμανικά, τα πολωνικά, τα ρωσικά, τα σουηδικά, σαν αυτονόητο ισοδύναμο του ονόματος του Μεσολογγίου. Liberty. Liberté. Libertà. Freiheit. Wolnoscść. Cвобода. Frihet…
Αν ο Μπάιρον υπήρξε ο αδιαφιλονίκητα διασημότερος από τους φιλέλληνες που ταύτισαν τη μοίρα τους με τη μοίρα του Μεσολογγίου, ο Ελβετός Ιωάννης Ιάκωβος Μάγερ, ο Σβίτσερος των Ρουμελιωτών, θα μπορούσε να θεωρηθεί ο φιλέλληνας με την ουσιαστικότερη, υλικότερη και χρονικά ευρύτερη προσφορά. Ο Μάγερ βρισκόταν στην επαναστατημένη Ελλάδα ήδη τον Σεπτέμβριο του 1821 και πριν λήξει το πρώτο έτος του Αγώνα εγκαταστάθηκε στο Μεσολόγγι, όπου και απέσπασε την εκτίμηση της διοίκησης, χάρη και στη γλωσσομάθειά του. «Αναπτύσσει δράσιν και ικανότητας και παρουσιάζει αρετάς μοναδικάς», γράφει ο Χρήστος Γ. Ευαγγελάτος στην «Ιστορία του Μεσολογγίου».
«Οι προεστοί του Μεσολογγίου», συνεχίζει ο ιστορητής, «τον εκτιμούν και έρχεται εις δεύτερον γάμον με την θυγατέρα του Γεωργίου Ιγγλέζου Αλτάνην. Διά να γίνη ο γάμος, ο Μάγερ έγινεν ορθόδοξος. Η σύζυγός του Αλτάνη τού έγινε πολύτιμος βοηθός. Εις το σπίτι της ιδρύθη και ανεπτύχθη υπό του Γερμανού ιατρού Ιωάννου Δανιήλ Ελστερ –αρχιάτρου του Ελληνικού στρατού– τη βοηθεία του Μάγερ και της Αλτάνης το Νοσοκομείον Μεσολογγίου. Εις το ισόγειον δε ετοποθετήθησαν το πιεστήριον και τα τυπογραφικά στοιχεία που έφερεν Αγγλος συνταγματάρχης εκ μέρους του Αγγλικού Κομιτάτου».
Ο Μάγερ άνοιξε φαρμακείο δίπλα στο νοσοκομείο, πρόσφερε δε και την ιατρική του συνδρομή στους νοσούντες, βασιζόμενος στην εμπειρία που είχε αποκτήσει δουλεύοντας σε φαρμακεία παρά στις ιατρικές σπουδές του στο Πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ. Αλλωστε τις είχε διακόψει αναγκαστικά, όταν αποβλήθηκε για ανάρμοστη συμπεριφορά.
Τον Δεκέμβριο του 1823 ο Μάγερ συναντήθηκε με τον Λέστερ Στάνχοπ και αποφάσισαν την έκδοση των «Ελληνικών Χρονικών». Το πρώτο φύλλο τυπώθηκε στην Πρωτοχρονιά του 1824, το τελευταίο στις 20 Φεβρουαρίου 1826, όταν οι βόμβες των εχθρών έπληξαν το τυπογραφείο. Η τετρασέλιδη εφημερίδα τυπωνόταν δύο φορές την εβδομάδα, με ποικιλία θεμάτων και πάντα με πνεύμα ελευθερογραφίας, γεγονός που έφερε τον Μάγερ αντιμέτωπο αρκετές φορές και με την πολιτική ηγεσία της Επανάστασης και με την τοπική διοίκηση και με καπεταναίους. Στο φύλλο συνυπήρχαν οι πολεμικές ειδήσεις με κείμενα φιλολογικού και λογοτεχνικού ενδιαφέροντος, οι δε αναφορές στις πολιτικές διαμάχες με μεταφράσεις κειμένων του ευρωπαϊκού Τύπου.
Η τετρασέλιδη εφημερίδα τυπωνόταν δύο φορές την εβδομάδα, με ποικιλία θεμάτων και πάντα με πνεύμα ελευθερογραφίας, γεγονός που έφερε τον Μάγερ αντιμέτωπο αρκετές φορές και με την πολιτική ηγεσία της Επανάστασης και με την τοπική διοίκηση και με καπεταναίους.
«Εσύχναζαν πολλοί εις το κατάστημα της Τυπογραφίας», γράφει ο Νικόλαος Κασομούλης στα «Ενθυμήματά» του, που τα εξέδωσε το 1940 ο Γιάννης Βλαχογιάννης, «και πολλάκις κενόδοξοι τον ενοχλούσαν χωρίς λόγον, ζητώντας επιμόνως να φαίνωνται τα ονόματά των και τα ονόματα των πληγωμένων συγγενών των καταλεπτώς, μ’ όλον οπού δεν εσύμφερεν ως προς τον εχθρόν, όστις ελάμβανεν καθημερινώς από αυτές», δηλ. προμηθευόταν τις εφημερίδες. Ο Μάγερ, αλλά και ο τυπογράφος του, ο Δημήτριος Μεσθενέας, ταλαιπωρήθηκαν κάμποσες φορές από τρανούς οπλαρχηγούς. «Φεβρουάριον μήνα, πολλάκις άκουσα τον Νότην Μπότσαρην να λέγη ότι: “Εκείνος ο εφημεριδογράφος όλο τζαμπουνάγει, και δεν ηξεύρει τι γράφει”», ιστορεί ο Κασομούλης, που δεν παραλείπει να καταγράψει ένα ιλαρό επεισόδιο, με πρωταγωνιστή μέλος της άλλης μεγάλης σουλιώτικης φάρας, των Τζαβελαίων:
«Ερχεται ο Γεώργας Τζαβέλας, ενώ εγώ ήμουν επάνω εις την οικίαν, και ερωτά τον τυπογράφον Γεώργιον Μεσθενέα [ο Κασομούλης γράφει λαθεμένα το μικρό όνομα του Θεσσαλονικιού τυπογράφου και τις τρεις φορές που τον αναφέρει], νέον ενάρετον και άκακον: “Πού είναι, ωρέ, το φημερίδα οπού έγραψες – γιά διάβασέ το να το ακούσω”. Αρχισεν ο Μεσθενεύς να αναγινώσκη· φθάνει εκεί οπού έλεγον “εις την τάμπιαν του [Μάρκου] Βότζιαρη” και ο Τζαβέλας τον λέγει: “Στάσου! Πού είναι ο Μάρκος Βότζιαρης, που τον έγραψες μέσα: Τι θέλει σ’ αυτό τον ντάμπια – αυτός απέθανεν!” Ο Μεσθενεύς προσπαθούσεν να τον πείση ότι το όνομα ετούτο εδόθη προς τιμήν από τον μηχανικόν, όχι ότι έκαμεν τον πόλεμον εκείνος. […] Θυμώνει ο Τζαβέλας, τον υβρίζει και αρπάζει τα φύλλα να τα ξεσχίση. Εκατέβημεν όλοι κάτω· τον είπομεν τι ζητεί. Εσυστάλη και ανεχώρησεν. Ως προκειμένου περί σπουδαίου οπλαρχηγού, όλοι εταράχθησαν διά τούτο, καθώς και ο ίδιος ο Κίτσος Τζαβέλας. Στηρίζοντες δε οι Στρατηγοί Κότζικας, Στορνάρης, Μήτζιος Κοντογιάννης την εφημερίδαν, είπον εις τον Μέγερ: “Οταν σκοπεύεις να τυπώσης, ζήτησε δύναμιν να σε δώσωμεν, και γράψε ό,τι γνωρίζεις ελεύθερα, χωρίς συστολήν, τα καλά και τα κακά μας”».
Η Αδελφότης Φιλοδικαίων
Ο Μάγερ ωστόσο πρωτοστάτησε και σε ένα πολύ λιγότερο γνωστό «επεισόδιο» του Αγώνα: στη συγκρότηση της «Αδελφότητος Φιλοδικαίων». Η εταιρεία αυτή, φανερή και όχι μυστική, δημιουργήθηκε το φθινόπωρο του 1825 και λειτούργησε έως τις αρχές του 1826. Στόχος της η υπερφαλάγγιση του φατριασμού και της διχόνοιας, η αντιμετώπιση των αδικιών και η άρση των διακρίσεων ανάμεσα στους πολιορκημένους με βάση την περιοχή προέλευσής τους ή τη στρατιωτική τους ισχύ. Εμπνευστές της ο Μάγερ και ο εκ Χειμάρρας Σπυρομίλιος, «άνθρωποι ευρωπαϊκά μορφωμένοι», όπως γράφει ο Βλαχογιάννης. Αυτοί «τραβήξανε στη συντροφιά τους και άλλους τίμιους στρατιωτικούς», πρωτίστως της δευτέρας και της τρίτης τάξεως, «που ζητούσανε θεραπεία της φριχτής κατάστασης».
«Ηθελήσαμεν τινές να συστήσωμεν μίαν εταιρίαν φανερήν, όχι μυστικήν», γράφει ο Σπυρομίλιος στα «Απομνημονεύματα της δευτέρας πολιορκίας του Μεσολογγίου (1825-1826)», που τα εξέδωσε και αυτά ο Βλαχογιάννης, το 1926, «ήτις απέβλεπεν εις το να επιφέρη την ομόνοιαν και τα επόμενα καλά της, με την ιδέαν να την παρεκτείνωμεν και εκτός του φρουρίου. Η Εταιρία αύτη ωνομάσθη των “Φιλοδικαίων”».
Η συνέχεια την επόμενη Κυριακή.

