Το πράσινο που έγινε γκρι

3' 54" χρόνος ανάγνωσης

«Αλλαγή»· «εκσυγχρονισμός»· «πράσινη ανάπτυξη». Δεν ήταν προϊόντα επικοινωνιακών μηχανισμών. Ηταν εμβληματικά συνθήματα με τα οποία το ΠΑΣΟΚ σε διαφορετικές στιγμές της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας κατέθετε την πρότασή του για το μέλλον της χώρας. Το μήνυμα που εξέπεμπαν ήταν σαφές: η υπόσχεση της δίκαιης αναδιανομής ισχύος το 1981, ο στόχος της ευρωπαϊκής σύγκλισης το 1996, η ανάγκη για ένα διαφορετικό αναπτυξιακό μοντέλο το 2009. Και το κάθε ένα από αυτά, τη στιγμή που διατυπώθηκε, βρισκόταν σε συγχρονισμό με τις κυρίαρχες τάσεις της παγκόσμιας Σοσιαλδημοκρατίας. Με τον τρόπο αυτό, το ΠΑΣΟΚ έμοιαζε να είναι το κόμμα της ριζικής μεταβολής της υπάρχουσας κατάστασης και ταυτόχρονα ο εγγυητής για τη δυνατότητα αυτή να είναι χειροπιαστή μέσα από την ανάδειξή του στην κυβέρνηση.

Το 2026, όσο και αν προσπαθεί κανείς, δεν μπορεί να βρει τη λέξη-κλειδί, τη φράση, που αποτυπώνει την πρόταση του ΠΑΣΟΚ στην ελληνική κοινωνία. Και πιστεύω ότι εκεί βρίσκεται η ουσία της στασιμότητας ενός κόμματος που αναμετριέται μεν με το στίγμα που το ακολουθεί από τα χρόνια της κρίσης, αλλά κυρίως εκπέμπει προγραμματική αμηχανία για το τι ακριβώς θέλει να εκπροσωπεί. Η αποτυχία του ΠΑΣΟΚ –στον βαθμό που το ίδιο φιλοδοξεί να είναι κόμμα κυβερνητικής προοπτικής και όχι κοινωνικής διαμαρτυρίας– σχετίζεται με το ότι σε πολλές περιπτώσεις παραπέμπει σε κάτι το γκρι. Αυτή η εικόνα δεν αλλάζει όσες χρωματικές παλέτες και αν δοκιμάσει το επικοινωνιακό του επιτελείο ή –για να είμαι δίκαιος– όσο και αν σε επιμέρους θέματα, όπως στο στεγαστικό, καταθέτει καινοτόμες προτάσεις, που μαρτυρούν επεξεργασία και υπέρβαση της κουραστικά αφηρημένης ρητορικής για «προοδευτικές λύσεις».

Σήμερα, παγκοσμίως, κυριαρχούν τρία μεγάλα ζητήματα που παράγουν ρήξεις και μετατοπίσεις στο ρευστό πλέον πεδίο της Κεντροαριστεράς και της Σοσιαλδημοκρατίας: ο πόλεμος, η κλιματική μετάβαση, οι κοινωνικές ανισότητες. Στα πεδία αυτά το ΠΑΣΟΚ κινείται εξαιρετικά επιφυλακτικά – σαν να το έχει στοιχειώσει ο φόβος ότι θα εμφανιστεί «παλαβό» ή «ανεύθυνο». Στην εξωτερική πολιτική της χώρας, επί της ουσίας δεν αμφισβητεί τις επιλογές της κυβέρνησης και όταν το κάνει, συχνά καταφεύγει στη ρητορική της «πατριωτικής» του ψυχής, η κλιματική ατζέντα είναι στο περιθώριο του λόγου του και ενώ η καταπολέμηση των ανισοτήτων θεωρητικά αποτελεί προτεραιότητα, στην πράξη κυριαρχεί ένας συνδυασμός κοινωνικού συντηρητισμού και γενικόλογων διακηρύξεων – απουσιάζει ο προβληματισμός για τη φορολόγηση του πλούτου, στον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών το 1/3 της κοινοβουλευτικής ομάδας απείχε και στα εργατικά θέματα η πρώτη εικόνα που σου έρχεται στο μυαλό είναι αυτή της διοίκησης της ΓΣΕΕ.

Το ΠΑΣΟΚ παραπέμπει σε έναν χώρο ιδεολογικής στασιμότητας, παλιακού τρόπου σύλληψης του πολιτικού και εντέλει προγραμματικής αμηχανίας. Και η διεύρυνση που ανακοίνωσε επιβεβαίωσε την αίσθηση αυτή.

Για να το πω απλά, είναι μάλλον προφανές ότι ο Νίκος Ανδουλάκης δεν μοιάζει να ενδιαφέρεται για το παράδειγμα του Πέδρο Σάντσεθ, αλλά γι’ αυτό του Ολαφ Σολτς. Είναι μια επιλογή που αποδίδει, καθώς το κόμμα του έχει συμπαγείς κοινωνικές αναφορές, όμως μέχρις ενός σημείου. Το ΠΑΣΟΚ δεν ανανεώνεται το ίδιο και έτσι δεν μπορεί και να συγκινήσει πέραν αυτών που ήδη το επιλέγουν. Εδώ υπάρχει ένας σκόπελος. Η υιοθέτηση μιας διαφορετικής ατζέντας –αν υποθέσουμε ότι κάτι τέτοιο θα ενδιέφερε την ηγεσία του– θα οδηγούσε στη σύγκρουση με σημαντικό τμήμα αυτής της κοινωνικής βάσης. Η εμπειρία της κρίσης, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, η συντηρητικοποίηση των παραδοσιακών ψηφοφόρων, έχουν συμβάλει σε μια συνθήκη όπου η «Αριστερά» δεν εμφανίζεται πλέον ως ένας δυνάμει σύμμαχος ή χώρος άντλησης ιδεών για το ΠΑΣΟΚ, αλλά ως πρόβλημα. Η εποχή που ο πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης χαιρέτιζε το συνέδριο του Συνασπισμού προτείνοντας προγραμματική συνεργασία πλέον φαντάζει εξωπραγματική. Το ΠΑΣΟΚ πορεύεται αντιμετωπίζοντας την Αριστερά με υπεροψία –εξαιτίας της κρίσης της–, αλλά κυρίως με φοβικότητα για την ατζέντα που αυτή εκπροσωπεί ή θα μπορούσε να εκπροσωπεί στα μεγάλα θέματα της εποχής μας.

Πρόσφατα η Aννα Διαμαντοπούλου σε μια κομματική συνεστίαση έκανε λόγο για μια αμφίπλευρη διεύρυνση που, κατά τη γνώμη της, θα επέτρεπε στο ΠΑΣΟΚ να γίνει ξανά ο πρωταγωνιστής των εξελίξεων. Και για να εικονογραφήσει το σκεπτικό της, ανέτρεξε σε ιστορικά παραδείγματα: Μάρκος Βαφειάδης, Μαρία Δαμανάκη, Μίμης Ανδρουλάκης από τη μία, Γιάννης Μπούτος, Ανδρέας Ανδριανόπουλος και Βασίλης Κοντογιαννόπουλος από την άλλη. Το σχήμα ακούγεται ίσως πειστικό, αλλά έχει ένα πρόβλημα: το ΠΑΣΟΚ λειτουργούσε τότε ελκτικά επειδή ήταν ένας πόλος που μπορούσε να συνοψίσει το σχέδιό του και υποσχόταν –για να μην ξεχνιόμαστε– και την προοπτική ενός δυνάμει κυβερνητικού κόμματος. Το 2026 δεν ισχύουν αυτές οι προϋποθέσεις. Το ΠΑΣΟΚ παραπέμπει σε έναν χώρο ιδεολογικής στασιμότητας, παλιακού τρόπου σύλληψης του πολιτικού και εντέλει προγραμματικής αμηχανίας. Και η διευρύνση που ανακοίνωσε ενόψει του συνεδρίου του επιβεβαίωσε την αίσθηση αυτή. Η κυριαρχία τού «όπως παλιά έτσι και τώρα» και στην περίπτωση του ΠΑΣΟΚ, όπως και της Αριστεράς, είναι η πιο χειροπιαστή απόδειξη αυτού που λείπει: του «από εδώ και πέρα».

*Ο κ. Κωστής Καρπόζηλος είναι επίκουρος καθηγητής Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT