Το εξαιρετικό ντοκιμαντέρ του Αλέξη Παπαχελά στον ΣΚΑΪ για την τρομοκρατική οργάνωση «17 Νοέμβρη» μας φέρνει αντιμέτωπους με το τεράστιο φιάσκο που υπήρξε η ανεμπόδιστη δράση της για σχεδόν τρεις δεκαετίες. Οφείλεται τόσο στη δυσλειτουργία του κρατικού μηχανισμού (απόρροια μακράς παθογένειας, αλλά και άμεση συνέπεια της επιβολής ενός στενά κομματικού μοντέλου δημόσιας διοίκησης μετά το 1981) όσο και στη συμπάθεια που έτρεφε για την οργάνωση αυτή μια διόλου ευκαταφρόνητη μερίδα της ελληνικής κοινωνίας (γεγονός που αποτυπώθηκε στην απουσία κοινωνικής πίεσης για την επίλυση του προβλήματος, με την πολιτική πίεση να προέρχεται κυρίως από το εξωτερικό). Είναι ενδεικτικό πως ελάχιστοι γνωρίζουν τα ονόματα της πλειονότητας των θυμάτων της 17Ν. Η υποστήριξη στις οικογένειες των θυμάτων υπήρξε ελάχιστη, ενώ δεν ήταν λίγοι όσοι έψεγαν τα ίδια τα θύματα για τη στοχοποίησή τους. «Στο σχολείο ντρεπόμουν να πω ότι τον πατέρα μου τον σκότωσε η 17Ν», διηγείται η κόρη του Παντελή Πέτρου, διοικητή των ΜΑΤ, που δολοφονήθηκε το 1980.
Το φαινόμενο αυτό σχετίζεται με την κυριαρχία, στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης, μιας συγκεκριμένης ανάγνωσης του 20ού αιώνα και της πραγματικότητας γενικότερα. Η Αριστερά κατέχει τον ρόλο του ηθικού ταγού, που επιλέγει τους ήρωες και τους προδότες, υποδεικνύοντας ποιους πρέπει να τιμάμε και πώς, και ποιους να καταδικάζουμε, ποια γεγονότα να θεωρούμε σημαντικά και ποια όχι. Η κουλτούρα αυτή λειτουργεί σαν ένα «κοινωνικό λογισμικό» που παράγει διανοητικούς αυτοματισμούς. Ηταν, π.χ., εντελώς κοινότοπο στο παρελθόν το επιχείρημα πως το πρόβλημα της τρομοκρατίας ήταν αδύνατο να λυθεί με αστυνομικά μέτρα και απαιτούσε τη θεραπεία των δήθεν βαθύτερων κοινωνικών αιτίων του. Με τον τρόπο αυτό, η «πληθυντική» Αριστερά εξακολουθεί να υπαγορεύει στην ελληνική κοινωνία με αξιοσημείωτη επιτυχία τι είναι πολιτικώς ορθό και τι όχι, από τον φόνο του Αλέξη Γρηγορόπουλου έως τις κινητοποιήσεις των Τεμπών και την ενορχηστρωμένη συγκίνηση για τους «200 της Καισαριανής». Αυτό επιτυγχάνεται μέσω κυρίως δύο συμπληρωματικών μηχανισμών: του κομφορμισμού της άγνοιας (στοιχιζόμαστε χωρίς δεύτερη σκέψη πίσω από αυτό που μας φαίνεται αυτονόητο – και μας φαίνεται έτσι γιατί το ακούμε να επαναλαμβάνεται από τα πιο τρυφερά μας χρόνια) και της στοχοποίησης όσων παρεκκλίνουν από την επίσημη γραμμή, έτσι ώστε να λειτουργεί ως απειλητικό παράδειγμα για τους υπόλοιπους. Πού να μπλέκει κανείς; Τι πρακτική σημασία, όμως, έχει η κυριαρχία μιας τέτοιας κουλτούρας; Σίγουρα δεν αποτρέπει τη Νέα Δημοκρατία από το να κερδίζει εκλογές και την Αριστερά από το να περιθωριοποιείται πολιτικά. Εντέλει, από τη στιγμή που λειτουργούν, έστω και υποτυπωδώς, το κράτος και η δημοκρατία, γιατί να μας απασχολεί το περιεχόμενο αυτής της κουλτούρας;
Με τον κομφορμισμό της άγνοιας και τη στοχοποίηση όσων παρεκκλίνουν από την επίσημη γραμμή, η «πληθυντική» Αριστερά εξακολουθεί να υπαγορεύει στην ελληνική κοινωνία με αξιοσημείωτη επιτυχία τι είναι πολιτικώς ορθό και τι όχι.
Μακάρι να ήταν τα πράγματα τόσο απλά. Και αυτό γιατί μπορεί, σε συνθήκες «κανονικότητας», η κουλτούρα αυτή να εκδηλώνεται κυρίως με αφορμή συμβολικά κυρίως γεγονότα, δεν παύει όμως να διαβρώνει υπογείως την κοινωνία (όπως έκανε στην περίπτωση της 17Ν) και να καθυστερεί ή να μπλοκάρει αναγκαίες μεταρρυθμίσεις λειτουργώντας ως παράγοντας εθνικής υστέρησης. Αντιθέτως, σε συνθήκες κρίσης αποκαλύπτεται πανηγυρικά και δρα καταλυτικά. Υπήρχε ποτέ περίπτωση να κυριαρχήσουν μετά το 2010 τα συνθήματα περί «Γερμανοτσολιάδων» εάν δεν είχαμε επιτρέψει ως κοινωνία την κυριαρχία ενός στρεβλού αφηγήματος, σύμφωνα με τον οποίο ο Εμφύλιος ήταν μια σύγκρουση πατριωτών αριστερών με δεξιούς δωσίλογους; Θα είχε ποτέ καταστεί ένας αχταρμάς ανυπόληπτων τριτοκλασάτων πανεπιστημιακών και φοιτητοσυνδικαλιστών κυβέρνηση της χώρας στην πιο κρίσιμη καμπή της πρόσφατης ιστορίας της εάν το «ηθικό πλεονέκτημα» δεν είχε χτιστεί συστηματικά στη διάρκεια των προηγούμενων δεκαετιών πάνω σε αυτά τα θεμέλια; Με λίγα λόγια, όσο διευκολύνουμε, από αδιαφορία ή φόβο, την αναπαραγωγή αυτής της κουλτούρας, τόσο αυξάνουμε την πιθανότητα να ξαναβρούμε μπροστά μας τη χειρότερη εκδοχή της εάν ή όταν υποχωρήσει η κανονικότητα.
*O κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης, κάτοχος της έδρας Gladstone στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.

